Την άνοιξη του 1900, λίγες μέρες μετά την έναρξη των ανασκαφών στην Κνωσό, η ομάδα του Άρθουρ Έβανς βρήκε την πρώτη μεγάλη συλλογή από πήλινες πινακίδες με μια άγνωστη γραφή. Για μισό αιώνα, κανείς δεν μπορούσε να τις διαβάσει. Όταν τελικά διαβάστηκαν, το αποτέλεσμα ξάφνιασε ακόμη και τους ειδικούς: η γλώσσα ήταν ελληνική.
Ένα αίνιγμα με δύο άγνωστους
Η Γραμμική Β είναι συλλαβική γραφή, με περίπου 87 συλλαβογράμματα και πάνω από 100 ιδεογράμματα, δηλαδή σύμβολα για αντικείμενα και αγαθά. Τα παλαιότερα δείγματα χρονολογούνται γύρω στο 1450 π.Χ. Προήλθε από τη Γραμμική Α, που μέχρι σήμερα παραμένει αδιάβαστη. Πινακίδες βρέθηκαν στην Κνωσό, στις Μυκήνες, στην Πύλο και αργότερα στη Θήβα, την Τίρυνθα και τα Χανιά. Στην Πύλο, όπου ο Καρλ Μπλέγκεν ανέσκαψε το 1939, οι πινακίδες είχαν ψηθεί στη φωτιά που κατέστρεψε το ανάκτορο γύρω στο 1200 π.Χ., και έτσι διασώθηκαν.
Το πρόβλημα ήταν διπλό: άγνωστη γραφή και άγνωστη γλώσσα. Πολλοί υπέθεταν ότι πίσω από τα σύμβολα κρυβόταν μια χαμένη «μινωική» γλώσσα, όχι η ελληνική.
Η Άλις Κόμπερ και η υπομονή
Η Αμερικανίδα κλασική φιλόλογος Άλις Κόμπερ, καθηγήτρια στο Brooklyn College, ακολούθησε διαφορετικό δρόμο από τους προκατόχους της. Δεν προσπάθησε να μαντέψει τη γλώσσα. Μελέτησε τις ίδιες τις πινακίδες: πόσο συχνά εμφανίζεται κάθε σύμβολο, σε ποια θέση, με ποια άλλα. Γέμισε 40 τετράδια και, όταν ο πόλεμος έφερε έλλειψη χαρτιού, έφτιαξε περίπου 180.000 κάρτες καταλόγου από χαρτιά που περίσσευαν.
Παράλληλα δίδασκε πλήρες ωράριο, μοιραζόταν γραφείο με τέσσερις συναδέλφους και μετέγραφε σε Μπράιγ βιβλία για τυφλούς φοιτητές. Σε άρθρα του 1945 και του 1946 έδειξε ότι η γλώσσα των πινακίδων είχε κλίσεις, δηλαδή λέξεις που άλλαζαν κατάληξη. Το 1948 δημοσίευσε έναν πίνακα δέκα συμβόλων που μοιράζονταν σύμφωνο ή φωνήεν. Ήταν ο σπόρος της μεθόδου που έλυσε τον γρίφο. Η Κόμπερ πέθανε τον Μάιο του 1950, σε ηλικία 43 ετών. Ο Τζον Τσάντγουικ, που συνεργάστηκε αργότερα στην αποκρυπτογράφηση, θεώρησε τη συμβολή της από τις πιο πολύτιμες πριν από τη λύση.
Ο αρχιτέκτονας που δεν ήταν φιλόλογος
Ο Μάικλ Βέντρις ήταν Άγγλος αρχιτέκτονας, ουσιαστικά αυτοδίδακτος στις γλώσσες. Ως μαθητής είχε δει πινακίδες της Κνωσού από τον ίδιο τον Έβανς, και το θέμα δεν τον άφησε ποτέ. Πάτησε πάνω στους πίνακες της Κόμπερ και στο σύστημα αρίθμησης των συμβόλων του Έμετ Μπένετ, και έστελνε τις σκέψεις του σε ειδικούς μέσω σημειωμάτων εργασίας. Στο εικοστό σημείωμα, με ημερομηνία 1 Ιουνίου 1952, υποστήριξε ότι η γλώσσα ήταν ελληνική, δύσκολη και αρχαϊκή, αλλά ελληνική. Το ανακοίνωσε στο ραδιόφωνο του BBC το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου.
Τον Ιούλιο του 1952 ζήτησε βοήθεια από τον Τσάντγουικ, λέκτορα στο Κέιμπριτζ που είχε δουλέψει σε αποκρυπτογράφηση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1953 δημοσίευσαν μαζί την πρώτη επιστημονική εργασία και το 1956 το βασικό εγχειρίδιο για τα μυκηναϊκά κείμενα. Ο Βέντρις δεν πρόλαβε να δει την επιτυχία του να εδραιώνεται: σκοτώθηκε σε τροχαίο το 1956.
Τι λένε οι πινακίδες
Όποιος περιμένει ποίηση ή χρονικά θα απογοητευτεί. Οι πινακίδες είναι κυρίως λογιστικά αρχεία των ανακτόρων: μαλλί, πρόβατα, σιτάρι, αγγεία, υφάσματα και ορισμένα στρατιωτικά θέματα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι πολύτιμες, γιατί δείχνουν πώς λειτουργούσε η καθημερινή οικονομία του μυκηναϊκού κόσμου, γραμμένη στην αρχαιότερη γνωστή μορφή της ελληνικής γλώσσας.
Δείτε και το σχετικό βίντεο του The Mythologist
