Εισαγωγή: μια εικόνα που δεν είναι η αρχική
Όταν σκεφτόμαστε τις Ερινύες, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό είναι η εικόνα που μας κληροδότησε ο Αισχύλος στην Ορέστεια: τρεις τερατόμορφες γυναίκες με φίδια στα μαλλιά, μαύρα ενδύματα, αίμα να στάζει από τα μάτια τους, να κυνηγούν ασταμάτητα τον Ορέστη για τον φόνο της μητέρας του. Αυτή η εικόνα είναι τόσο ισχυρή που έχει επικαλύψει σχεδόν ολοκληρωτικά μια πολύ παλαιότερη και πιο σύνθετη παράδοση. Στην πραγματικότητα, πριν ο Αισχύλος ανεβάσει τις Ευμενίδες το 458 π.Χ., οι Ερινύες ήταν ήδη θεότητες με μακρά ιστορία στη θρησκευτική φαντασία των Ελλήνων —θεότητες με συγκεκριμένο, αν και ρευστό, ρόλο, χωρίς την παγιωμένη τερατική μορφή που τους απέδωσε αργότερα η τραγωδία.
Ένα όνομα παλαιότερο από τους Ολύμπιους: η μυκηναϊκή καταγωγή
Το όνομα «Ερινύς» δεν είναι επινόηση της κλασικής εποχής. Εμφανίζεται ήδη σε πινακίδες Γραμμικής Β γραφής από την Κνωσό (πινακίδες όπως η KN Fp 1 και η KN Fh 390), με τη μορφή e-ri-nu και e-ri-nu-we, χρονολογούμενες γύρω στον 14ο–13ο αιώνα π.Χ. Αυτό σημαίνει ότι η θεότητα (ή οι θεότητες) που έφεραν αυτό το όνομα λατρεύονταν —ή τουλάχιστον αναγνωρίζονταν ως θρησκευτική οντότητα— ήδη στον μυκηναϊκό κόσμο, εκατοντάδες χρόνια πριν από τον Όμηρο. Η ετυμολογία της λέξης παραμένει αβέβαιη· έχει προταθεί σύνδεση με το ρήμα «ὀρίνειν» (διεγείρω, ταράζω) ή με τη λέξη «ἔρις» (έριδα, διαμάχη), ενώ ο γλωσσολόγος Robert Beekes έχει υποστηρίξει προελληνική καταγωγή του όρου. Το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για μία από τις παλαιότερες θεϊκές ονομασίες που έχουν διασωθεί στην ελληνική γλώσσα, γεγονός που από μόνο του δείχνει πόσο βαθιά ριζωμένη ήταν η ιδέα μιας δύναμης που «τιμωρεί» ή «καταδιώκει».
Η γέννηση κατά τον Ησίοδο: κόρες της βίας
Η πιο γνωστή αφήγηση για την καταγωγή τους βρίσκεται στη Θεογονία του Ησιόδου. Όταν ο Κρόνος ευνούχισε τον πατέρα του, τον Ουρανό, οι σταγόνες αίματος που έπεσαν στη Γη (Γαία) γέννησαν τις Ερινύες, μαζί με τους Γίγαντες και τις Μελίες νύμφες. Η γενεαλογία αυτή δεν είναι τυχαία: οι Ερινύες συνδέονται εξαρχής με μια πράξη βίας μέσα στην ίδια την οικογένεια —γιος εναντίον πατέρα— και έτσι εμφανίζονται ως δυνάμεις παλαιότερες από τους Ολύμπιους θεούς, γεννημένες από τη Γη και τον Ουρανό, άρα ανήκουσες σε μια προ-ολυμπιακή, χθόνια τάξη πραγμάτων. Άλλες παραδόσεις, όπως αυτή που αργότερα υιοθέτησε ο Αισχύλος, τις θέλουν κόρες της Νύχτας (Νύξ), ενισχύοντας τον σκοτεινό, υποχθόνιο χαρακτήρα τους. Ο αριθμός τους δεν ήταν εξαρχής καθορισμένος· η τριάδα Αληκτώ, Μέγαιρα και Τισιφόνη, που μας είναι σήμερα οικεία, παγιώθηκε αργότερα, κυρίως μέσω του Απολλόδωρου.
Ο ρόλος τους στον Όμηρο: φύλακες όρκων και οικογενειακής τάξης
Στα ομηρικά έπη οι Ερινύες δεν εμφανίζονται ως πρωταγωνίστριες δράσης, αλλά ως αόρατη, τρομακτική δύναμη που εγγυάται την κοινωνική και οικογενειακή τάξη. Ο Όμηρος δεν τους δίνει ονόματα ούτε καθορισμένο αριθμό —κάτι που δείχνει ότι δεν είχαν ακόμη παγιωμένη, ατομική ταυτότητα, αλλά λειτουργούσαν περισσότερο ως συλλογική, σχεδόν αφηρημένη δύναμη. Ο βασικός τους ρόλος ήταν τριπλός:
Πρώτον, ήταν εγγυήτριες των όρκων. Μια τυπική ομηρική ορκωμοσία επικαλείται τις Ερινύες που, «κάτω από τη γη, εκδικούνται όσους ορκίστηκαν ψευδώς». Ο μελετητής Walter Burkert έχει προτείνει ότι οι Ερινύες πρέπει να νοηθούν ως προσωποποίηση της ίδιας της πράξης της κατάρας που εμπεριέχεται σε κάθε όρκο —δηλαδή δεν είναι απλώς τιμωροί απ’ έξω, αλλά η ενεργοποιημένη δύναμη του ίδιου του λόγου που δόθηκε.
Δεύτερον, εκτελούσαν τις κατάρες γονέων εναντίον των παιδιών τους. Στην Ιλιάδα, ο γέρος Φοίνιξ αφηγείται πώς η κατάρα του πατέρα του ενεργοποιήθηκε από τις Ερινύες, ενώ σε άλλο σημείο η μητέρα του Μελέαγρου επικαλείται τις ίδιες θεότητες εναντίον του γιου της. Η ιδέα εδώ είναι σαφής: η γονεϊκή κατάρα δεν είναι απλώς λόγια, αλλά κάτι που ενεργοποιεί μια πραγματική, τιμωρητική δύναμη.
Τρίτον, εμφανίζονται ως θεότητες που σχετίζονται με τη μοίρα και εμποδίζουν τους ανθρώπους να γνωρίσουν υπερβολικά το μέλλον —σε ένα περίφημο επεισόδιο της Ιλιάδας, όταν το άλογο του Αχιλλέα, ο Ξάνθος, αποκτά ανθρώπινη φωνή για να προφητεύσει τον θάνατο του κυρίου του, οι ίδιες οι Ερινύες παρεμβαίνουν για να του κόψουν τη φωνή.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι στον Όμηρο η δικαιοδοσία τους δεν περιορίζεται στον φόνο συγγενών· καλύπτει ένα ευρύτερο φάσμα παραβιάσεων της «φυσικής» τάξης —όρκους, σχέσεις γονέων-παιδιών, ακόμη και τη σχέση οικοδεσπότη-ξένου.
Λατρεία, όχι μόνο μύθος: οι Σεμναί Θεαί
Ένα στοιχείο που συχνά παραγκωνίζεται είναι ότι οι Ερινύες δεν ήταν απλώς λογοτεχνικά όντα, αλλά αντικείμενο πραγματικής λατρείας στην Αττική, πολύ πριν και πολύ μετά τον Αισχύλο. Στην Αθήνα υπήρχε ιερό τους σε ένα φαράγγι δίπλα στον Άρειο Πάγο, τον λόφο όπου εκδικάζονταν οι υποθέσεις φόνου. Εκεί όμως δεν τις αποκαλούσαν «Ερινύες» —το όνομα αυτό θεωρούνταν πολύ επικίνδυνο για να προφέρεται. Τις λάτρευαν ως «Σεμνές Θεές» (Σεμναὶ Θεαί), δηλαδή τις «σεβάσμιες» ή «σεμνές» θεότητες, μια ευφημιστική ονομασία που είχε στόχο να αποφύγει την προσοχή και την οργή τους.
Η λατρεία αυτή είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούσαν από τη λατρεία των ολύμπιων θεών: οι σπονδές γίνονταν χωρίς κρασί —συνηθισμένο γνώρισμα των παλαιών χθόνιων λατρειών— και προσφέρονταν μέλι, γάλα και πλακούντες. Οι δίκες φόνου στον Άρειο Πάγο περιορίζονταν στις τρεις τελευταίες ημέρες του μήνα, ημέρες αφιερωμένες στις Σεμνές Θεές. Όποιος αθωωνόταν από κατηγορία φόνου όφειλε να τους προσφέρει θυσία για να κατευνάσει την οργή τους. Μια ξεχωριστή ιερατική οικογένεια, οι Ησυχίδαι («οι σιωπηλοί»), είχε την ευθύνη μιας ετήσιας νυχτερινής λιτανείας προς τιμήν τους. Αντίστοιχο ιερό, αφιερωμένο αυτή τη φορά στις «Ευμενίδες», υπήρχε και στον Κολωνό, τόπο συνδεδεμένο με τον μύθο του Οιδίποδα.
Αυτή η διπλή, σχεδόν αντιφατική εικόνα —φοβερές τιμωροί από τη μια, σεβαστές πολιούχες θεότητες από την άλλη— δεν είναι εφεύρημα του Αισχύλου. Αντανακλά μια παλαιότερη θρησκευτική νοοτροπία, κοινή σε πολλές χθόνιες λατρείες: η δύναμη που μπορεί να καταστρέψει είναι και η δύναμη που, αν τιμηθεί σωστά, μπορεί να προστατέψει.
Χωρίς σταθερή μορφή: η εικονογραφία πριν τον Αισχύλο
Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά στοιχεία είναι ότι, πριν από τον Αισχύλο, οι Ερινύες δεν είχαν καθιερωμένη εικαστική ή περιγραφική μορφή. Ο Όμηρος δεν τις περιγράφει σωματικά. Ο Ησίοδος αναφέρει τη γέννησή τους αλλά όχι την εμφάνισή τους. Σύμφωνα με τον περιηγητή Παυσανία, ήταν ο ίδιος ο Αισχύλος που πρώτος τις παρουσίασε με φίδια στα μαλλιά —μια εικαστική επινόηση που στη συνέχεια έγινε ταυτόσημη με το όνομά τους. Πριν από αυτό, η δύναμή τους ήταν κατά κύριο λόγο ακουστική και ψυχολογική παρά οπτική: ήταν φωνές, κατάρες, μια αίσθηση διωγμού και τύψεων, όχι απαραίτητα ένα συγκεκριμένο τερατόμορφο σώμα.
Τι άλλαξε ο Αισχύλος
Η μεγάλη καινοτομία της Ορέστειας δεν ήταν, επομένως, η εφεύρεση των Ερινύων, αλλά ο δραματικός μετασχηματισμός τους: από αόρατες, συλλογικές εγγυήτριες μιας παλαιότερης, προσωπικής εκδίκησης, σε δραματικά πρόσωπα με σώμα, φωνή και εξέλιξη, που στο τέλος πείθονται από την Αθηνά να εγκατασταθούν στην πόλη ως προστάτιδες, ολοκληρώνοντας έτσι συμβολικά τη μετάβαση από την προσωπική αιματηρή εκδίκηση στη θεσμοθετημένη δικαιοσύνη του Αρείου Πάγου. Η ταύτιση Ερινύων και Σεμνών Θεών, που ίσως προϋπήρχε στη λατρεία, αποκτά στην τραγωδία μια αφηγηματική εξήγηση: γίνονται Ερινύες όταν κυνηγούν, Ευμενίδες ή Σεμνές όταν κατευνάζονται.
Επίλογος
Οι Ερινύες που γνωρίζουμε από τη δημοφιλή φαντασία —τα τρία τερατόμορφα πλάσματα με τα φίδια— είναι, σε μεγάλο βαθμό, δημιούργημα του 5ου αιώνα π.Χ. Η αρχική τους υπόσταση ήταν κάτι πιο αφηρημένο και ταυτόχρονα πιο διάχυτο σε ολόκληρη την ελληνική θρησκευτική σκέψη: μια δύναμη τόσο παλιά όσο η ίδια η γλώσσα των όρκων, φύλακας της τάξης μέσα στην οικογένεια, τιμωρός των ψευδορκιών, αντικείμενο πραγματικής λατρείας με τελετουργίες σιωπής, μελιού και νυχτερινών πομπών. Ο Αισχύλος δεν επινόησε τον φόβο που ενέπνεαν· τον έδωσε, για πρώτη φορά, πρόσωπο.
