Η ναυτική δύναμη που κράτησε την Αθήνα όρθια στη Σαλαμίνα το 480 π.Χ. δεν έπεσε από τον ουρανό. Χρηματοδοτήθηκε, σύμφωνα με δύο αρχαίες πηγές, από το ασήμι των μεταλλείων της Αττικής και από μια απόφαση που ο Θεμιστοκλής κατάφερε να περάσει από τους Αθηναίους. Οι πηγές δεν λένε ακριβώς το ίδιο πράγμα, και εκεί βρίσκεται το ενδιαφέρον.
Τι γράφει ο Ηρόδοτος
Στο έβδομο βιβλίο (7.144) ο Ηρόδοτος γράφει ότι τα έσοδα από τα μεταλλεία του Λαυρίου είχαν γεμίσει το δημόσιο ταμείο της Αθήνας, και ότι, όταν ο καθένας επρόκειτο να πάρει δέκα δραχμές, ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Αθηναίους να μην κάνουν διανομή αλλά να χτίσουν με τα χρήματα διακόσια πλοία για τον πόλεμο, δηλαδή τον πόλεμο με την Αίγινα. Ο Ηρόδοτος προσθέτει ότι ο πόλεμος εκείνος έσωσε την Ελλάδα, γιατί ανάγκασε τους Αθηναίους να γίνουν ναυτικός λαός, και ότι τα πλοία δεν χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό που ναυπηγήθηκαν, αλλά αργότερα υπηρέτησαν την Ελλάδα όταν τη χρειάστηκε. Στο όγδοο βιβλίο (8.44) αναφέρει ότι οι Αθηναίοι έδωσαν στη Σαλαμίνα εκατόν ογδόντα πλοία.
Τι γράφει ο Αριστοτέλης
Στην Αθηναίων Πολιτεία (22.7) η εικόνα διαφέρει. Ο Αριστοτέλης τοποθετεί το γεγονός στη χρονιά του άρχοντα Νικομήδη και το συνδέει με την ανακάλυψη των μεταλλείων της Μαρώνειας, από τα οποία το κράτος είχε κέρδος εκατό ταλάντων. Κάποιοι πρότειναν να μοιραστούν τα χρήματα στον λαό. Ο Θεμιστοκλής το απέτρεψε, χωρίς να πει σε τι θα χρησιμοποιούσε τα χρήματα, και πρότεινε να δανειστούν από ένα τάλαντο οι εκατό πλουσιότεροι Αθηναίοι. Αν τα ξόδευαν σωστά, το κράτος θα είχε όφελος, αλλιώς θα ζητούσε πίσω τα χρήματα. Με αυτόν τον τρόπο ναυπηγήθηκαν εκατό τριήρεις, μία από κάθε δανειολήπτη, και με αυτές δόθηκε η ναυμαχία της Σαλαμίνας, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη.
Τι συμφωνεί και τι διαφέρει
Και οι δύο συγγραφείς λένε ότι υπήρχε πλεόνασμα από τα μεταλλεία, ότι ζητήθηκε να μοιραστεί και ότι ο Θεμιστοκλής το απέτρεψε για να γίνουν πλοία. Διαφέρουν στον αριθμό των πλοίων (διακόσια ή εκατό), στον σκοπό που αναφέρεται (ο πόλεμος με την Αίγινα ή απλώς η ναυτική ισχύς) και στο όνομα των μεταλλείων, καθώς ο Ηρόδοτος αναφέρει το Λαύριο και ο Αριστοτέλης τη Μαρώνεια. Οι δύο πηγές δεν είναι ευθέως ασυμβίβαστες, και οι μελετητές τις συνδυάζουν ή τις ερμηνεύουν με διαφορετικούς τρόπους, γι’ αυτό δεν είναι ασφαλές να παρουσιαστεί μία εκδοχή ως η μοναδική.
Οι σύγχρονες περιλήψεις τοποθετούν την ανακάλυψη της πλούσιας φλέβας περίπου στο 483 π.Χ. και τη συνδέουν με την πολιτική σύγκρουση του Θεμιστοκλή με τον Αριστείδη, που οδήγησε στον οστρακισμό του δεύτερου το 483/2. Ερευνητές όμως επισημαίνουν ότι δεν είναι σαφές πόσο ασήμι παράγονταν πράγματι εκείνη την εποχή, ούτε ο ακριβής χρόνος.
Γιατί μετράει
Η ιστορία δείχνει μια πολιτική επιλογή που αλλάζει την κατεύθυνση μιας πόλης: αντί να μοιραστεί το πλεόνασμα στους πολίτες, χρησιμοποιήθηκε για στόλο. Μετά τη Σαλαμίνα η Αθήνα έμεινε στην ιστορία ως ναυτική δύναμη, και ο Ηρόδοτος το συνδέει ρητά με αυτή την απόφαση.

