Iran-Contra: Η μυστική επιχείρηση που συγκλόνισε τις ΗΠΑ [Βίντεο]

4 Ιουλίου 2026

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, μια μυστική επιχείρηση της κυβέρνησης Ρήγκαν αποκαλύφθηκε και προκάλεσε ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά σκάνδαλα στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Το σκάνδαλο Iran-Contra συνδύαζε δύο φαινομενικά ασύνδετες υποθέσεις: παράνομες πωλήσεις όπλων στο Ιράν και χρηματοδότηση ανταρτών στη Νικαράγουα, παρά τη ρητή απαγόρευση του Κογκρέσου.

Το ιστορικό πλαίσιο

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η κυβέρνηση Ρήγκαν αντιμετώπιζε δύο μεγάλα προβλήματα εξωτερικής πολιτικής. Στη Νικαράγουα, η σανδινιστική κυβέρνηση, με σοσιαλιστικό προσανατολισμό, είχε ανατρέψει το προηγούμενο καθεστώς και η Ουάσιγκτον έβλεπε την εξέλιξη αυτή ως απειλή στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Οι ΗΠΑ άρχισαν να στηρίζουν τους Contras, ανταρτικές ομάδες που πολεμούσαν τους Σανδινιστές.

Ταυτόχρονα, στη Μέση Ανατολή, αμερικανοί όμηροι κρατούνταν στον Λίβανο από ομάδες συνδεδεμένες με το Ιράν. Οι σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν ήταν εξαιρετικά τεταμένες μετά την κρίση των ομήρων στην αμερικανική πρεσβεία της Τεχεράνης το 1979-1981, και επισήμως ίσχυε εμπάργκο όπλων προς τη χώρα.

Το Κογκρέσο μπλοκάρει τη χρηματοδότηση

Το 1982 και ξανά το 1984, το Κογκρέσο ψήφισε τις λεγόμενες τροπολογίες Μπόλαντ, οι οποίες περιόριζαν και τελικά απαγόρευαν πλήρως κάθε αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς τους Contras. Η κυβέρνηση Ρήγκαν, πεπεισμένη ότι η στήριξη των ανταρτών ήταν κρίσιμη για την αναχαίτιση της κομμουνιστικής επιρροής στην Κεντρική Αμερική, αναζήτησε εναλλακτικούς τρόπους χρηματοδότησης εκτός του επίσημου κρατικού προϋπολογισμού.

Η μυστική συμφωνία

Μέλη του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Όλιβερ Νορθ, επινόησαν ένα σχέδιο που θα έλυνε ταυτόχρονα και τα δύο προβλήματα. Οι ΗΠΑ θα πωλούσαν μυστικά όπλα στο Ιράν, μέσω τρίτων χωρών όπως το Ισραήλ, με την ελπίδα ότι αυτό θα βοηθούσε στην απελευθέρωση των ομήρων στον Λίβανο. Τα κέρδη από τις πωλήσεις αυτές θα διοχετεύονταν παράνομα στους Contras, παρακάμπτοντας την απαγόρευση του Κογκρέσου.

Η επιχείρηση διεξήχθη με άκρα μυστικότητα, χωρίς έγκριση ή γνώση του Κογκρέσου, και σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, παραβίαζε τόσο τη νομοθεσία περί εμπάργκο όπλων όσο και τις τροπολογίες Μπόλαντ.

Η αποκάλυψη

Το σκάνδαλο ήρθε στο φως τον Νοέμβριο του 1986, όταν ένα λιβανέζικο περιοδικό δημοσίευσε πρώτο πληροφορίες για τις μυστικές πωλήσεις όπλων. Λίγες μέρες αργότερα, ο τότε γενικός εισαγγελέας Έντουιν Μιζ αποκάλυψε δημόσια ότι μέρος των κερδών από τις πωλήσεις είχε διοχετευθεί στους Contras. Η αποκάλυψη προκάλεσε πολιτικό σεισμό στην Ουάσιγκτον.

Οι συνέπειες

Ακολούθησαν τρεις παράλληλες έρευνες: μια ειδική επιτροπή που όρισε ο ίδιος ο πρόεδρος Ρήγκαν, κοινές εξεταστικές επιτροπές της Γερουσίας και της Βουλής, καθώς και ανεξάρτητος ειδικός εισαγγελέας. Η δημόσια ακρόαση του Όλιβερ Νορθ ενώπιον του Κογκρέσου το καλοκαίρι του 1987 μεταδόθηκε τηλεοπτικά και έγινε σημείο αναφοράς, καθώς ο ίδιος υπερασπίστηκε τις ενέργειές του ως πράξεις πατριωτισμού.

Αρκετά στελέχη της κυβέρνησης κατηγορήθηκαν και ορισμένα καταδικάστηκαν για αδικήματα όπως ψευδορκία, παρεμπόδιση της δικαιοσύνης και καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων, ανάμεσά τους ο Όλιβερ Νορθ και ο πρώην σύμβουλος εθνικής ασφαλείας Τζον Πόιντεξτερ. Πολλές από τις καταδίκες ανατράπηκαν αργότερα σε δεύτερο βαθμό για διαδικαστικούς λόγους, ενώ ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος έδωσε χάρη σε αρκετούς εμπλεκόμενους στο τέλος της θητείας του, το 1992.

Ο ίδιος ο πρόεδρος Ρήγκαν παραδέχθηκε δημόσια ότι η πώληση όπλων στο Ιράν ήταν λάθος, υποστηρίζοντας όμως ότι δεν γνώριζε για τη διοχέτευση κεφαλαίων στους Contras. Το ζήτημα αν ο ίδιος γνώριζε την πλήρη έκταση της επιχείρησης παρέμεινε αντικείμενο συζήτησης μέχρι σήμερα.

Η σημασία του σκανδάλου

Το Iran-Contra θεωρείται ένα από τα πιο σοβαρά συνταγματικά ζητήματα στην αμερικανική ιστορία, καθώς έθεσε στο επίκεντρο τη σύγκρουση ανάμεσα στην εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία, καθώς και τα όρια της προεδρικής εξουσίας σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Παρέμεινε συνδεδεμένο με ερωτήματα γύρω από τη διαφάνεια της κυβέρνησης, τη λογοδοσία των κρατικών λειτουργών και τον ρόλο μυστικών επιχειρήσεων στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, επηρεάζοντας τον τρόπο εποπτείας τέτοιων δραστηριοτήτων από το Κογκρέσο τις επόμενες δεκαετίες.