Η Έλλη Λαμπέτη, μία από τις σπουδαιότερες ηθοποιούς που ανέδειξε ποτέ το ελληνικό θέατρο και σινεμά, γεννήθηκε στα Βίλια Αττικής στις 12 Απριλίου 1922 με το πραγματικό όνομα Έλλη Λούκου. Πίσω από τη λαμπρή καριέρα και τον θρύλο που άφησε πίσω της, κρύβεται όμως μια μακρόχρονη και οδυνηρή μάχη με την ασθένεια, που σημάδεψε τα τελευταία χρόνια της ζωής της.
Μια μάχη δεκαετιών
Η ηθοποιός είχε προσβληθεί από καρκίνο ήδη από το 1967, χωρίς ωστόσο να το βάλει κάτω, συνεχίζοντας να ανεβαίνει στη σκηνή και να αποσπά εξαιρετικές κριτικές. Η νόσος επανήλθε πιο επιθετική το 1980, με τις μεταστάσεις να είναι πλέον συνεχείς. Το τίμημα ήταν βαρύ και για την ίδια την τέχνη της: οι χημειοθεραπείες έπληξαν τις φωνητικές της χορδές, με αποτέλεσμα σταδιακά να χάσει τη χαρακτηριστική της φωνή.
Η τελευταία της εμφάνιση σε αθηναϊκή σκηνή ήταν το 1981, στο έργο «Σάρα – Τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού», όπου ερμήνευσε τον ρόλο μιας κωφάλαλης γυναίκας -μια ερμηνεία που, όπως λένε όσοι την είδαν, παρέμεινε αξέχαστη παρά την επιδείνωση της υγείας της.
Τα χειρουργεία στη Νέα Υόρκη
Για την αντιμετώπιση της νόσου, η Λαμπέτη ταξίδευε επανειλημμένα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε επέμβαση που υποβλήθηκε στο μεσοθωράκιο, στη Νέα Υόρκη, της αφαιρέθηκε η μία φωνητική χορδή, γεγονός που της στέρησε οριστικά τη χαρακτηριστική χροιά της φωνής της, ενώ το 1982 σε παρόμοια επέμβαση της τοποθέτησαν σωλήνα στον λάρυγγα ώστε να μπορεί να μιλάει. Λίγους μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1983 νόσησε και από ηπατίτιδα, γεγονός που την ανάγκασε να διακόψει προσωρινά τις χημειοθεραπείες, ενώ τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, στη Νέα Υόρκη, της αφαίρεσαν τον σωλήνα από τον λάρυγγα.
Για να αντιμετωπίσει το κόστος της μακροχρόνιας νοσηλείας της στο εξωτερικό, η ηθοποιός αναγκάστηκε να πουλήσει το εξοχικό της σπίτι στον Άγιο Ιωάννη του Πηλίου.
Οι τελευταίες ώρες
Το καλοκαίρι του 1983 η κατάστασή της επιδεινώθηκε δραματικά. Στο πλευρό της, στο νοσοκομείο Mount Sinai της Νέας Υόρκης, βρισκόταν η αδελφή της Αντιγόνη, η οποία δεν την εγκατέλειψε ούτε στιγμή τις τελευταίες, βασανιστικές ημέρες. Σύμφωνα με μαρτυρίες που έχουν καταγραφεί, την 1η Σεπτεμβρίου 1983 άνοιξε για λίγο τα μάτια της και ρώτησε την αδελφή της πού βρισκόταν ένα τριαντάφυλλο, νομίζοντας μάλιστα πως είχε ήδη πεθάνει. Έπεσε ξανά σε κώμα, όμως τα μεσάνυχτα άνοιξε για μία ακόμη φορά τα μάτια της. Η κουρασμένη από τις αγρυπνίες αδελφή της άκουσε τότε την ηθοποιό να ψιθυρίζει μία τελευταία λέξη, “Μαμά”, ένα ύστατο μήνυμα προς τη μητέρα της.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1983, στις 7:30 το πρωί, η Έλλη Λαμπέτη άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο Mount Sinai, σε ηλικία 57 ετών. Ανάμεσα στα τελευταία της λόγια, όπως έχουν διασωθεί, ήταν και μια σκέψη για τον πόνο που ένιωθε και τον φόβο να τον ομολογήσει.
Το τελευταίο ταξίδι
Δύο ημέρες μετά τον θάνατό της, στις 5 Σεπτεμβρίου 1983, η σορός της μεταφέρθηκε στην Αθήνα, και την επομένη, στις 6 Σεπτεμβρίου, κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Ως ύστατη χειρονομία προσφοράς, σύμφωνα με πληροφορίες, δώρισε τα μάτια της.
Η κηδεία της συγκέντρωσε πλήθος κόσμου που ήθελε να αποχαιρετήσει τη γυναίκα με το μελαγχολικό βλέμμα και το χαρακτηριστικό ψεύδισμα, που είχε καθηλώσει γενιές θεατών στο θέατρο και τον κινηματογράφο, από το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» μέχρι το «Κορίτσι με τα Μαύρα».
Μια κληρονομιά που παραμένει ζωντανή
Η ζωή και ο θάνατος της Έλλης Λαμπέτη έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολλών αφιερωμάτων και βιβλίων, με πιο γνωστό εκείνο του δημοσιογράφου και φίλου της, Φρέντυ Γερμανού, το οποίο έγινε μπεστ σέλερ χρόνια μετά τον θάνατό της. Το 1983 κυκλοφόρησε επίσης η βιογραφία της από τη Φρίντα Μπιούμπη, βασισμένη σε αφηγήσεις που η ίδια η ηθοποιός είχε μοιραστεί λίγους μήνες πριν φύγει από τη ζωή. Σήμερα, το όνομά της κοσμεί θέατρο της Αθήνας, ενώ η μνήμη της παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με μια από τις πιο λαμπρές και συνάμα τραγικές πορείες του ελληνικού θεάτρου.
Δείτε και το ρεπορτάζ της ΕΡΤ για το θάνατο της σπουδαίας ηθοποιού:

