Το Ταμείο Ανάκαμψης που τελειώνει και το «δεν θα υπάρξει ύφεση» που αρχίζει

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

12 Σεπτεμβρίου 2026

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 υποβάλλονται τα τελευταία αιτήματα πληρωμής από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, και έως τις 31 Δεκεμβρίου ολοκληρώνεται ο κύκλος των τελευταίων πληρωμών. Πέντε χρόνια μετά την έναρξή του, το μεγαλύτερο επενδυτικό πρόγραμμα που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα φτάνει στο τέλος του — έχοντας εξασφαλίσει στη χώρα 35,95 δισεκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων 18,22 δισ. σε επιχορηγήσεις και 17,73 δισ. σε δάνεια.

Ταυτόχρονα με αυτό το «κλείσιμο βιβλίου», ακούγεται όλο και πιο συχνά από την κυβέρνηση μια διαβεβαίωση: ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται, χωρίς να οδηγηθεί σε ύφεση, και ότι από το 2027 η χώρα δεν θα είναι πλέον η πιο υπερχρεωμένη στην Ευρώπη. Ο ίδιος ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκος Παπαθανάσης έχει δηλώσει ότι δεν θα υπάρξει ύφεση μετά το Ταμείο, ενώ η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα επιβραδυνθεί. Το ερώτημα που αξίζει να τεθεί είναι απλό: πόσο ρεαλιστική είναι αυτή η αισιοδοξία, όταν το ίδιο ταμείο που στήριζε ένα μεγάλο μέρος της ανάπτυξης μόλις έκλεισε την πόρτα;

Το μέγεθος του κενού

Τα ίδια τα στοιχεία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αμφισβήτησης: ο προϋπολογισμός του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων αναμένεται να μειωθεί από τα 16,7 δισεκατομμύρια ευρώ φέτος στα 10,6 δισεκατομμύρια ευρώ το 2027 — μια πτώση περίπου 6 δισεκατομμυρίων ευρώ μέσα σε έναν χρόνο. Πρόκειται για μια σημαντική μείωση στη συνολική δημόσια επενδυτική δαπάνη, που αφορά χρηματοδότηση για επενδύσεις, έργα υποδομών και δράσεις που στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα.

Το αφήγημα της «ομαλής μετάβασης»

Η κυβερνητική απάντηση σε αυτή τη μείωση είναι ότι δεν πρόκειται για τέλος, αλλά για «σκυτάλη» που περνάει σε άλλα εργαλεία: το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 ύψους 23 δισ. ευρώ, τρία νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία από τα οποία η Ελλάδα έχει ήδη εξασφαλίσει περίπου 8 δισ. ευρώ, το νέο ΕΣΠΑ 2028-2034, καθώς και ένα Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο ύψους 5,255 δισ. ευρώ. Παράλληλα, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Κυριάκος Πιερρακάκης υπέβαλε αίτημα για επέκταση της «ρήτρας διαφυγής» στην ενέργεια — πέρα από τις αμυντικές δαπάνες — που αντιστοιχεί σε περίπου 1,5 δισ. ευρώ επενδύσεων την τριετία 2026-2028.

Ο ίδιος ο υπουργός έχει δηλώσει δημόσια ότι η ανάπτυξη 2% το πρώτο τρίμηνο του 2026 οφείλεται σε αύξηση επενδύσεων, εξαγωγών και μειώσεις φόρων, και έχει προαναγγείλει ότι από το 2027 —όχι από το 2030, όπως εκτιμούσαν παλαιότερα σενάρια— η Ελλάδα δεν θα είναι πια η πιο υπερχρεωμένη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό

Το πρόβλημα με αυτή την αφήγηση δεν είναι απαραίτητα ότι είναι αναληθής — αρκετά από τα εργαλεία που αναφέρονται είναι πραγματικά και ήδη εξασφαλισμένα. Το πρόβλημα είναι ότι η αντικατάσταση δεν είναι πλήρης, τουλάχιστον όχι ακόμη, και σίγουρα όχι άμεσα. Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης εκταμιεύεται σταδιακά έως το 2030, το νέο ΕΣΠΑ 2028-2034 βρίσκεται ακόμη σε φάση διαμόρφωσης, και ακόμη και όταν οι νέοι πόροι είναι διαθέσιμοι, δεν μετατρέπονται αυτομάτως από την 1η Ιανουαρίου 2027 σε επενδυτική δαπάνη με την ίδια ταχύτητα και ένταση που είχε το Ταμείο Ανάκαμψης. Στο ενδιάμεσο διάστημα —ιδίως το κρίσιμο 2027, που είναι και εκλογικό έτος— υπάρχει μια σημαντική διαφορά στη διαθέσιμη επενδυτική δαπάνη, και το ερώτημα είναι πόσο αποτελεσματικά θα καλυφθεί από τα νέα εργαλεία.

Είναι ενδεικτικό ότι ακόμη και δημοσιογράφοι που συνέντευξαν τον υπουργό έθεσαν ευθέως το ερώτημα: αν οι επενδύσεις θα υποχωρήσουν μετά το τέλος του Ταμείου, και τι ακριβώς θα γίνει. Η απάντηση της κυβέρνησης παραμένει σταθερά αισιόδοξη — αλλά η αισιοδοξία δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη βεβαιότητα.

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη

Δεν είναι απαραίτητο να «τελειώσει σε ύφεση» η ελληνική οικονομία για να έχει σημασία αυτή η συζήτηση. Ακόμη και ένα σενάριο επιβράδυνσης της ανάπτυξης —αντί για πλήρη ύφεση— θα είχε πραγματικές επιπτώσεις: λιγότερες δημόσιες επενδύσεις σημαίνουν λιγότερα έργα υποδομών, πιθανή καθυστέρηση σε ψηφιακούς και ενεργειακούς μετασχηματισμούς, και μεγαλύτερη πίεση σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις που είχαν συνηθίσει σε ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση μέσω των δανείων του Ταμείου.

Η ειλικρινής δημόσια συζήτηση δεν θα έπρεπε να είναι «θα υπάρξει ύφεση ή όχι» — μια ερώτηση που κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα ένα χρόνο πριν. Θα έπρεπε να είναι: ποιο μέρος της διαφοράς των περίπου 6 δισ. ευρώ στη δημόσια επενδυτική δαπάνη θα καλυφθεί από τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, με ποιο χρονοδιάγραμμα, και τι θα συμβεί αν κάποια από αυτά καθυστερήσουν — κάτι που έχει συμβεί επανειλημμένα στο παρελθόν με ευρωπαϊκά προγράμματα. Η διαβεβαίωση «δεν θα υπάρξει ύφεση» ακούγεται καθησυχαστική, αλλά καθησυχαστικές δηλώσεις έχουν ακουστεί και σε άλλες μεταβατικές περιόδους της ελληνικής οικονομίας — και δεν επαληθεύτηκαν πάντα.