Η λέξη «απελευθέρωση» ακούγεται ελκυστική. Παραπέμπει σε κάτι που έσπασε δεσμά, που άνοιξε πόρτες, που έδωσε επιλογές εκεί που πριν υπήρχε μονοπώλιο. Με αυτόν ακριβώς τον όρο παρουσιάστηκε η ίδρυση των μη κρατικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα, ως «διπλή απελευθέρωση»: ενίσχυση της αυτονομίας των δημόσιων ιδρυμάτων από τη μία, και αποδέσμευση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από «ένα αναχρονιστικό κρατικό μονοπώλιο» από την άλλη. Ένας νόμος που, σύμφωνα με την κυβερνητική αφήγηση, ανοίγει την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση στον κόσμο και πολλαπλασιάζει τις επιλογές των νέων.
Υπάρχει, όμως, ένα ερώτημα που σπάνια απαντάται με την ίδια ευκολία που επαναλαμβάνεται η λέξη «απελευθέρωση»: ποιος πληρώνει πραγματικά για αυτή τη νέα ελευθερία επιλογής;
Τα νούμερα που δεν χωράνε σε σλόγκαν
Τα πρώτα μη κρατικά πανεπιστήμια που άνοιξαν τις πόρτες τους στην Ελλάδα ανακοίνωσαν δίδακτρα που, ανάλογα με το ίδρυμα και το πρόγραμμα, κινούνται από περίπου 9.000 έως 27.000 ευρώ τον χρόνο, ενώ σε ορισμένα προγράμματα Ιατρικής το κόστος είναι ακόμη υψηλότερο.
Για μια τετραετή σχολή, αυτό σημαίνει ότι τα συνολικά δίδακτρα μπορούν να ανέλθουν σε δεκάδες χιλιάδες ευρώ. Στην Ιατρική, το κόστος μπορεί να ξεπεράσει τα 150.000 ευρώ μόνο σε δίδακτρα, ανάλογα με το πρόγραμμα και τα ετήσια δίδακτρα που ισχύουν.
Για να μπει αυτό σε πλαίσιο: το μέσο ισοδύναμο ατομικό διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα ήταν 13.381 ευρώ το 2025, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Ένα ετήσιο κόστος σπουδών της τάξης των 15.000, 20.000 ή και 28.000 ευρώ, επομένως, δεν αποτελεί αμελητέα οικονομική επιβάρυνση για ένα ελληνικό νοικοκυριό.
Ποιος «απελευθερώνεται» στην πράξη
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η σιωπή του τίτλου. Η λέξη «απελευθέρωση» υπονοεί κάτι που γίνεται διαθέσιμο σε όλους — μια νέα επιλογή, ανοιχτή, δημοκρατική. Στην πράξη, όμως, η πρόσβαση σε αυτή τη νέα διαδρομή εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την οικονομική δυνατότητα της οικογένειας, δεδομένου του ύψους των διδάκτρων.
Δεν πρόκειται, επομένως, για μια μορφή πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση που λειτουργεί χωρίς οικονομικούς φραγμούς, αλλά για τη δημιουργία μιας νέας, παράλληλης διαδρομής, στην οποία το οικογενειακό εισόδημα αποτελεί σημαντικό παράγοντα πρόσβασης.
Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό από μόνο του — πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν μεικτά συστήματα δημόσιας και ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης. Το ζήτημα είναι η ρητορική που συνοδεύει τη μεταρρύθμιση: αν κάτι κοστίζει δεκάδες χιλιάδες ευρώ σε όλη τη διάρκεια των σπουδών και προϋποθέτει σημαντική οικονομική δυνατότητα για να το προσεγγίσεις, δεν «απελευθερώνει» από μόνο του την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση — προσθέτει μια ακόμη επιλογή, κυρίως για όσους έχουν τη δυνατότητα να την αξιοποιήσουν, όπως συνέβαινε ήδη με τις σπουδές στο εξωτερικό.
Η αντίθετη πλευρά του επιχειρήματος
Δίκαιο είναι να ακουστεί και η άλλη πλευρά. Οι υποστηρικτές της μεταρρύθμισης υποστηρίζουν ότι:
- Πολλές ελληνικές οικογένειες ήδη πλήρωναν παρόμοια ή και υψηλότερα ποσά για σπουδές των παιδιών τους στο εξωτερικό — άρα τα χρήματα αυτά τώρα μπορούν να παραμείνουν στην ελληνική οικονομία.
- Η δημιουργία μη κρατικών πανεπιστημίων δεν αφαιρεί πόρους από τα δημόσια ιδρύματα, τα οποία παραμένουν δωρεάν και συνεχίζουν να δέχονται τη μεγάλη πλειονότητα των φοιτητών.
- Το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει υποτροφίες αριστείας και κοινωνικών κριτηρίων για τουλάχιστον το 10% των εγγεγραμμένων φοιτητών, γεγονός που λειτουργεί ως μηχανισμός περιορισμού των οικονομικών φραγμών.
- Σε χώρες όπως η Γερμανία, ακόμη και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια λειτουργούν υπό αυστηρό κρατικό πλαίσιο ποιότητας, ενώ υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις ερευνητές ιδιωτικών, μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων μπορούν να διεκδικήσουν δημόσια ερευνητική χρηματοδότηση — άρα η διάκριση «δημόσιο εναντίον ιδιωτικού» δεν είναι πάντα τόσο απόλυτη όσο φαίνεται.
Το πραγματικό ερώτημα
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς αν πρέπει ή όχι να υπάρχουν μη κρατικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα — αυτό είναι θέμα νόμιμης πολιτικής επιλογής, με επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές. Το ζήτημα είναι η γλώσσα που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη μεταρρύθμιση.
Όταν μια αλλαγή που συνεπάγεται δίδακτρα δεκάδων χιλιάδων ευρώ σε όλη τη διάρκεια των σπουδών παρουσιάζεται ως «απελευθέρωση» χωρίς να αναδεικνύεται επαρκώς το ζήτημα της οικονομικής πρόσβασης, δημιουργείται μια αφήγηση που υποβαθμίζει την ταξική της διάσταση αντί να τη συζητά ανοιχτά.
Μια πιο ειλικρινής δημόσια συζήτηση θα ξεκινούσε όχι από το αν η μεταρρύθμιση είναι «καλή» ή «κακή» στο σύνολό της, αλλά από μια απλή, ευθεία ερώτηση: ποιος, στην πράξη, επωφελείται από αυτή την «ελευθερία» — και ποιος απλώς παρακολουθεί από απόσταση, όπως έκανε πάντα;
