131 οικισμοί με μηδενικό ΕΝΦΙΑ: Αρκεί η φοροαπαλλαγή για να αναστρέψει την ερήμωση της υπαίθρου;

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

12 Σεπτεμβρίου 2026

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόσφατα τη διεύρυνση του καταλόγου οικισμών στους οποίους απαλλάσσεται πλήρως από τον ΕΝΦΙΑ η κύρια κατοικία, προσθέτοντας 131 νέους οικισμούς σε αυτούς που ήδη επωφελούνταν από το μέτρο — φτάνοντας συνολικά τους 12.855 οικισμούς σε όλη τη χώρα. Πρόκειται για χωριά και μικρές κοινότητες με πληθυσμό έως 2.000 κατοίκους (2.200 στη Δυτική Μακεδονία), όπου από το 2026 ισχύει ήδη μείωση 50% στον φόρο ακινήτων, με πλήρη κατάργηση από το 2027. Η απαλλαγή αφορά την κύρια κατοικία φυσικών προσώπων και, μεταξύ άλλων, ισχύει για κατοικίες συνολικής φορολογητέας αξίας έως 400.000 ευρώ. Το μέτρο αφορά περίπου 62.000 επιπλέον ιδιοκτήτες, με το πρόσθετο ετήσιο δημοσιονομικό κόστος να εκτιμάται στα 8 εκατομμύρια ευρώ, ενώ το συνολικό κόστος της απαλλαγής ανέρχεται σε περίπου 86 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Στα χαρτιά, η λογική είναι απλή και ελκυστική: αν μειώσεις το κόστος διατήρησης ενός σπιτιού σε ένα μικρό χωριό, ίσως περισσότεροι άνθρωποι επιλέξουν να μείνουν ή να επιστρέψουν εκεί. Το ερώτημα που αξίζει να τεθεί, όμως, είναι αν αυτό το κίνητρο —από μόνο του— μπορεί πραγματικά να αντιστρέψει μια τάση που κρατά δεκαετίες.

Το μέγεθος του προβλήματος που καλείται να λύσει η μείωση φόρου

Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής είναι αμείλικτα. Σύμφωνα με την απογραφή του 2021, η Δυτική Μακεδονία κατέγραψε τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση πληθυσμού στη χώρα, με -10,3% έναντι του 2011.

Σε ορεινές περιοχές της Ηπείρου, το 50% έως 58% του πληθυσμού είναι πλέον άνω των 65 ετών. Πάνω από 5,5 εκατομμύρια Έλληνες συγκεντρώνονται σήμερα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη — ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αστικής συγκέντρωσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ακαδημαϊκοί που μελετούν το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας εκτιμούν ότι έως το 2050 η Ελλάδα θα έχει 1,5 εκατομμύριο λιγότερους ενεργούς πολίτες κάτω των 65 ετών και 700.000 περισσότερους πολίτες άνω των 65. Σε περιοχές όπως ο Έβρος, μια γέννηση αντιστοιχεί σήμερα σε περίπου 50 θανάτους, με το 75% των γεννήσεων να συγκεντρώνεται σε μόλις δύο πόλεις της περιοχής.

Γιατί η φοροαπαλλαγή μπορεί να μην αρκεί

Το ζήτημα δεν είναι αν η μείωση του ΕΝΦΙΑ είναι κακή ιδέα — σαφώς ανακουφίζει οικονομικά όσους ήδη ζουν ή διατηρούν ακίνητο σε αυτές τις περιοχές, και αυτό έχει αξία. Το ζήτημα είναι αν μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο μετεγκατάστασης για νέους ανθρώπους, όταν οι πραγματικοί λόγοι που οδηγούν στην εγκατάλειψη της υπαίθρου είναι πολύ πιο βαθιοί από τη φορολογία ακινήτων:

  • Έλλειψη ευκαιριών εργασίας — ένα σπίτι χωρίς ΕΝΦΙΑ δεν αντικαθιστά μια θέση εργασίας
  • Κλειστά σχολεία και ελλιπείς υποδομές υγείας, που καθιστούν αδύνατη τη ζωή για νέες οικογένειες με παιδιά
  • Απομόνωση και έλλειψη συνδεσιμότητας — μεταφορικής και ψηφιακής
  • Απουσία μόνιμου μηχανισμού υποστήριξης για όσους θα ήθελαν πραγματικά να μετεγκατασταθούν, όπως επισημαίνουν ερευνητές που έχουν μελετήσει το ζήτημα

Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο ενός καθηγητή χωροταξίας, ο οποίος περιγράφει τη συνθήκη ως εξής: δεν μπορεί μια χώρα να αποτελείται από μια υπερμεγέθη πρωτεύουσα, μια δεύτερη πόλη που τείνει να γίνει το ίδιο, δύο-τρεις ακόμη μεγάλες πόλεις, και «από εκεί και πέρα τίποτα».

Η άλλη πλευρά: Κάθε μέτρο μετράει

Δίκαιο είναι να σημειωθεί ότι κανένα μεμονωμένο μέτρο δεν φιλοδοξεί να λύσει από μόνο του ένα πρόβλημα δεκαετιών. Η μείωση του ΕΝΦΙΑ μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά με άλλες πολιτικές — κίνητρα για νέους αγρότες, επιδοτήσεις μετεγκατάστασης, επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές στην ύπαιθρο — και τουλάχιστον απευθύνεται σε ένα πραγματικό πρόβλημα: το κόστος διατήρησης ενός ακινήτου σε μια περιοχή όπου η αξία γης είναι χαμηλή αλλά ο φόρος παραμένει σταθερός. Χωρίς αυτό το μέτρο, ακόμη και όσοι ήδη ζουν σε αυτά τα χωριά θα επιβαρύνονταν περισσότερο.

Το συμπέρασμα

Η μείωση του ΕΝΦΙΑ σε 131 επιπλέον οικισμούς είναι μια πολιτική απόφαση με πραγματικό, μετρήσιμο όφελος για όσους πληρούν τις προϋποθέσεις της ρύθμισης. Το να παρουσιαστεί, όμως, ως λύση στην ερημοποίηση της ελληνικής υπαίθρου θα ήταν παραπλανητικό. Χωρίς θέσεις εργασίας, σχολεία, υποδομές υγείας και συνδεσιμότητα, ένα σπίτι χωρίς φόρο παραμένει —όπως και πριν— ένα σπίτι χωρίς κατοίκους. Η πραγματική ερώτηση δεν είναι πόσοι οικισμοί θα προστεθούν στη λίστα απαλλαγής, αλλά πόσοι άνθρωποι θα αποφασίσουν πραγματικά να μετακομίσουν εκεί τα επόμενα χρόνια — και αυτό είναι κάτι που κανένας φορολογικός πίνακας δεν μπορεί ακόμη να μας πει.