Υπάρχει ένα πουλί που οι αρχαίοι Έλληνες το έλεγαν «κίχλα», που έμαθε στους Νεοζηλανδούς να νοσταλγούν την πατρίδα τους, και που έχει την περίεργη συνήθεια να σκοτώνει σαλιγκάρια χτυπώντας τα σαν σφυρί πάνω σε πέτρα. Το πουλί αυτό είναι η τσίχλα — ή, πιο σωστά, οι τσίχλες, αφού ο όρος περιγράφει ολόκληρο γένος πουλιών με πολλά διαφορετικά είδη.
Από την «κίχλα» στην τσίχλα
Το όνομα «τσίχλα» δεν είναι τυχαίο δημιούργημα της νέας ελληνικής. Προέρχεται απευθείας από την αρχαία λέξη «κίχλα», μέσω ενός γλωσσικού φαινομένου που λέγεται τσιτακισμός. Η επιστημονική ονομασία του γένους, Turdus, είναι λατινική και σημαίνει ακριβώς την ελληνική λέξη «κίχλα», ενώ από την αρχαιότητα υπήρχε και η παραλλαγή «κιχήλα», όπως έλεγαν οι Συρακούσιοι.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον: η επιστημονική ονομασία της πιο κοινής τσίχλας, Turdus philomelos, δεν είναι τυχαία. Το «philomelos» παραπέμπει στη λέξη «φιλόμελος» — αυτός που αγαπάει το τραγούδι — αναφορά στο εξαιρετικά πλούσιο κελάηδημά της, που πολλοί ειδικοί συγκρίνουν μόνο με εκείνο του αηδονιού.
Ένα γένος, πολλά πρόσωπα
Η οικογένεια στην οποία ανήκουν οι τσίχλες, οι Τουρδιδίδες, περιλαμβάνει 194 είδη σε όλο τον κόσμο, πουλιά μεσαίου μεγέθους και εξαιρετικούς κελαηδιστές. Στην Ελλάδα, το πιο γνωστό μέλος αυτής της οικογένειας δεν είναι καν αυτό που φέρει επίσημα το όνομα «τσίχλα» — είναι ο κότσυφας (Turdus merula), με το χαρακτηριστικό μαύρο φτέρωμα και το κίτρινο ράμφος στο αρσενικό. Λίγοι συνδέουν στο μυαλό τους το κοτσίφι με τις τσίχλες.
Δίπλα στον κότσυφα ξεχωρίζουν άλλα δύο είδη: η κελαηδότσιχλα (Turdus philomelos), γνωστή για το πλουσιότατο τραγούδι της, και η τσαρτσάρα (Turdus viscivorus), μεγαλύτερη και με πιο τραχιά φωνή. Η κελαηδότσιχλα ξεχωρίζει από το σαφώς μικρότερο μέγεθός της και το πιο μελωδικό τραγούδι.
Το σαλιγκάρι, το αμόνι και η πέτρα
Ίσως το πιο εντυπωσιακό —και λιγότερο γνωστό— χαρακτηριστικό της κελαηδότσιχλας είναι ο τρόπος που τρώει τα σαλιγκάρια. Δεν τα καταπίνει απλώς· χρησιμοποιεί μεγάλες πέτρες σαν αμόνι, χτυπώντας πάνω τους το κέλυφος μέχρι να σπάσει. Η συνήθεια αυτή είναι τόσο σταθερή που η εύρεση σπασμένων κελυφών δίπλα σε πέτρες θεωρείται ασφαλής ένδειξη ότι το πουλί βρίσκεται στην περιοχή.
Το πουλί που έγινε… εξόριστος νοσταλγός
Από τις πιο περίεργες ιστορίες γύρω από την κελαηδότσιχλα είναι η μετανάστευσή της στην άλλη άκρη του κόσμου. Ανάμεσα στο 1860 και το 1880, Ευρωπαίοι άποικοι μετέφεραν το πουλί στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία για καθαρά συναισθηματικούς λόγους, επειδή το κελάηδημά του τούς θύμιζε την πατρίδα. Στη Νέα Ζηλανδία το πείραμα πέτυχε υπερβολικά καλά: το είδος εγκλιματίστηκε γρήγορα και εξαπλώθηκε σε πολλά γύρω νησιά, ενώ στην Αυστραλία επιβίωσε μόνο ένας μικρός πληθυσμός γύρω από τη Μελβούρνη. Σήμερα, οι τσίχλες αυτές θεωρούνται σχεδόν επιζήμιες για τις καλλιέργειες φρούτων στη Νέα Ζηλανδία.
Ταξιδιώτες με πυξίδα
Οι τσίχλες που φτάνουν κάθε φθινόπωρο στην Ελλάδα δεν το κάνουν τυχαία. Η κάθοδός τους ακολουθεί πορεία από νότο προς βορρά σε κυκλικό τόξο, πάντα κόντρα στον άνεμο. Ο κύριος όγκος των πουλιών φτάνει και «κατακλύζει» τη χώρα από τις αρχές Οκτωβρίου έως τις πρώτες δέκα μέρες του Νοεμβρίου, ενώ στη συνέχεια πραγματοποιούν και οριζόντιες μετακινήσεις — αυτό που οι κυνηγοί αποκαλούν «μπασίματα».
Ένα πουλί, δύο εντελώς διαφορετικές σχέσεις με τον άνθρωπο
Η τσίχλα κρατά μια ιδιόμορφη θέση στην ελληνική ύπαιθρο: από τη μία είναι ένας από τους πιο αγαπημένους μικρούς τραγουδιστές του δάσους, από την άλλη είναι το κατ’ εξοχήν θηρευόμενο είδος από τους Έλληνες κυνηγούς — παρά το οριακά επιτρεπτό μέγεθός της. Ολόκληρη υποκουλτούρα κυνηγών, οι λεγόμενοι «τσιχλοκυνηγοί», οργανώνει κάθε φθινόπωρο καρτέρια.
Στον αντίποδα, στη Βρετανία και την Ολλανδία η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική: η κελαηδότσιχλα εντάσσεται εκεί στην Κόκκινη Λίστα απειλούμενων ειδών, καθώς ο πληθυσμός της έχει μειωθεί κατά 50%. Το ίδιο πουλί, λοιπόν, είναι σε μια χώρα κυνήγι και σε μια άλλη ανησυχία διατήρησης.
Γιατί αξίζει να τις προσέχουμε
Πέρα από το τραγούδι και τις ιστορίες, οι τσίχλες παίζουν έναν ρόλο που συχνά περνά απαρατήρητος: λειτουργούν ως διασπορείς σπόρων βοηθώντας στην αναγέννηση των δασών, συμβάλλουν στον έλεγχο πληθυσμών εντόμων και θεωρούνται δείκτες υγείας των δασικών οικοσυστημάτων. Το επόμενο φθινόπωρο, όταν ακούσετε ένα ζωηρό κελάηδημα ανάμεσα στους θάμνους ή δείτε ένα σπασμένο κέλυφος σαλιγκαριού δίπλα σε μια πέτρα, θα ξέρετε ότι κάπου εκεί κοντά βρίσκεται ένας απόγονος της αρχαίας «κίχλας».
