Δεν φαίνεται, δεν μυρίζει και δεν έχει γεύση. Το ραδόνιο είναι ένα φυσικό ραδιενεργό αέριο που παράγεται από τη διάσπαση του ουρανίου, το οποίο υπάρχει στα πετρώματα και στο έδαφος. Μπορεί να εισχωρεί στα κτίρια από το υπέδαφος και να συσσωρεύεται στον αέρα εσωτερικών χώρων, όπως οι κατοικίες και οι χώροι εργασίας.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) το κατατάσσει στις σημαντικότερες αιτίες καρκίνου του πνεύμονα και επισημαίνει ότι, σε πολλές χώρες, αποτελεί τη δεύτερη σημαντικότερη αιτία μετά το κάπνισμα. Εκτιμά ότι συνδέεται με το 3% έως 14% των περιστατικών καρκίνου του πνεύμονα, ανάλογα με τα επίπεδα ραδονίου και τη συχνότητα του καπνίσματος σε κάθε χώρα.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο συνδυασμός έκθεσης στο ραδόνιο και καπνίσματος αυξάνει περαιτέρω τον κίνδυνο.
Τι συνιστά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας
Στο εγχειρίδιό του για το ραδόνιο στους εσωτερικούς χώρους, που δημοσιεύθηκε το 2009, ο ΠΟΥ προτείνει στις χώρες να καθορίζουν εθνικό επίπεδο αναφοράς 100 Bq/m³ (μπεκερέλ ανά κυβικό μέτρο αέρα).
Εφόσον αυτό δεν είναι εφικτό, το επίπεδο αναφοράς δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 300 Bq/m³.
Σύμφωνα με τον Οργανισμό, ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα αυξάνεται περίπου κατά 16% για κάθε αύξηση της μακροχρόνιας μέσης συγκέντρωσης κατά 100 Bq/m³. Η αύξηση αφορά τη μακροχρόνια έκθεση και όχι μια μεμονωμένη ή στιγμιαία μέτρηση.
Ο ΠΟΥ διευκρινίζει επίσης ότι δεν υπάρχει επίπεδο έκθεσης στο ραδόνιο κάτω από το οποίο ο κίνδυνος θεωρείται μηδενικός.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο και οι επιπτώσεις στην υγεία
Το ραδόνιο αναγνωρίζεται ως σημαντικός παράγοντας κινδύνου για την υγεία και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κώδικα κατά του Καρκίνου, η έκθεση στο αέριο συνδέεται με περίπου 12% των περιστατικών καρκίνου του πνεύμονα στην Ευρώπη.
Παράλληλα, στοιχεία της μελέτης Global Burden of Disease, τα οποία επικαλείται ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, εκτιμούν ότι περίπου 19.000 θάνατοι από καρκίνο του πνεύμονα στην Ευρώπη το 2019 μπορεί να αποδίδονταν στην έκθεση σε ραδόνιο μέσα σε κατοικίες.
Το ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο καθορίζεται από την Οδηγία 2013/59/Ευρατόμ, η οποία υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να θεσπίζουν εθνικά επίπεδα αναφοράς για τις συγκεντρώσεις ραδονίου σε εσωτερικούς χώρους. Η τιμή αυτή δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 300 Bq/m³ ως ετήσιο μέσο όρο.
Πρόκειται για επίπεδο αναφοράς που ενεργοποιεί την ανάγκη αξιολόγησης και λήψης μέτρων και όχι για διαχωριστική γραμμή μεταξύ απόλυτης ασφάλειας και κινδύνου.
Τι ισχύει στην Ελλάδα
Η Ελλάδα έχει ενταχθεί στο ευρωπαϊκό πλαίσιο μέσω του Προεδρικού Διατάγματος 101/2018. Σύμφωνα με το άρθρο 74, το εθνικό επίπεδο αναφοράς για τις συγκεντρώσεις ραδονίου μέσα στα κτίρια έχει καθοριστεί στα 300 Bq/m³, ως ετήσιος μέσος όρος.
Η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ) παρακολουθεί τα επίπεδα ραδονίου στη χώρα και αναπτύσσει τον Εθνικό Χάρτη Ραδονίου.
Σύμφωνα με ανακοίνωσή της για το 2025, κατά τη συγκεκριμένη χρονιά πραγματοποιήθηκαν 150 μετρήσεις ραδονίου σε κατοικίες και χώρους εργασίας. Η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων από ισόγειες κατοικίες οδήγησε σε εκτίμηση της μέσης συγκέντρωσης ραδονίου στη χώρα στα 77,3 Bq/m³.
Η ΕΕΑΕ επισημαίνει, ωστόσο, ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών, καθώς οι συγκεντρώσεις επηρεάζονται από γεωλογικούς παράγοντες, αλλά και από τα χαρακτηριστικά και την παλαιότητα των κτιρίων.
Η τιμή των 77,3 Bq/m³ αποτελεί στατιστική εκτίμηση βάσει των συγκεκριμένων δεδομένων και δεν σημαίνει ότι όλες οι κατοικίες στην Ελλάδα έχουν αντίστοιχη συγκέντρωση. Η ίδια η ΕΕΑΕ εξακολουθεί να αναφέρει στην ενημερωτική της σελίδα παλαιότερη εκτίμηση των 60 Bq/m³, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της συνεχούς επικαιροποίησης των μετρήσεων.
Πώς γίνεται η μέτρηση
Επειδή το ραδόνιο δεν γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις, ο μόνος τρόπος να διαπιστωθεί η συγκέντρωσή του σε έναν χώρο είναι η ειδική μέτρηση.
Η διαδικασία είναι απλή και πραγματοποιείται με τη χρήση ειδικού ανιχνευτή, ο οποίος τοποθετείται στον χώρο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι, λόγω των διακυμάνσεων που παρουσιάζουν οι συγκεντρώσεις από ώρα σε ώρα και από ημέρα σε ημέρα, προτιμάται η μέτρηση διάρκειας τουλάχιστον τριών μηνών, ώστε να προσεγγίζεται καλύτερα η μέση ετήσια συγκέντρωση.
Οι τιμές μπορεί να διαφέρουν σημαντικά ακόμη και μεταξύ γειτονικών κατοικιών. Για τον λόγο αυτό, ο εθνικός μέσος όρος ή τα στοιχεία μιας ευρύτερης περιοχής δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη μέτρηση σε ένα συγκεκριμένο κτίριο.
Σε περίπτωση που διαπιστωθούν αυξημένες συγκεντρώσεις, υπάρχουν τεχνικές παρεμβάσεις για τη μείωσή τους, όπως η βελτίωση του αερισμού, η στεγανοποίηση σημείων εισόδου του αερίου και η εγκατάσταση ειδικών συστημάτων απομάκρυνσης του ραδονίου.
Τι πρέπει να γνωρίζουμε
Το ραδόνιο αποτελεί φυσικό περιβαλλοντικό παράγοντα κινδύνου, ο οποίος δεν μπορεί να εντοπιστεί χωρίς ειδικό εξοπλισμό. Η μακροχρόνια έκθεση συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του πνεύμονα, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει κάπνισμα.
Τα στοιχεία του ΠΟΥ και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας καθιστούν σαφή τη σημασία της μέτρησης και της πρόληψης. Στην Ελλάδα, η ΕΕΑΕ διαθέτει ενημερωτικό υλικό και Εθνικό Χάρτη Ραδονίου, ενώ οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στην ίδια ή σε αρμόδια εξουσιοδοτημένα εργαστήρια για πληροφορίες σχετικά με τη μέτρηση.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι η απουσία οσμής ή άλλων αισθητών ενδείξεων δεν σημαίνει απουσία ραδονίου. Η μέτρηση είναι ο μόνος αξιόπιστος τρόπος για να γνωρίζουμε τα επίπεδά του σε μια κατοικία.
