Υπάρχει μια Ελλάδα που δεν βρίσκεται στον χάρτη — μια Ελλάδα διάσπαρτη σε γειτονιές του Ντίσελντορφ, προάστια της Μελβούρνης και συνοικίες του Σικάγο. Δημιουργήθηκε μέσα σε λίγες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όταν εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μάζεψαν τα λίγα τους πράγματα και έφυγαν, αναζητώντας κάτι που η πατρίδα τους δεν μπορούσε να τους προσφέρει: δουλειά, σταθερότητα, μέλλον.
Τρία κύματα, μία ιστορία
Οι ιστορικοί της μετανάστευσης διακρίνουν τρία μεγάλα κύματα ελληνικής εξόδου, και τα τρία συνδεδεμένα με περιόδους βαθιάς οικονομικής ή πολιτικής κρίσης: το πρώτο κύμα εκτείνεται από το 1903 έως το 1917, το δεύτερο από το 1950 έως το 1972, και το τρίτο ξεκινά το 2010 και συνεχίζεται έως σήμερα. Και οι τρεις φάσεις συνδέονται με οικονομικούς ή/και πολιτικούς παράγοντες.
Το πρώτο κύμα, στις αρχές του αιώνα, οδήγησε κυρίως προς τις «χώρες του Ειρηνικού» — ΗΠΑ, Αυστραλία, Καναδά, Βραζιλία, Νότια Αφρική. Επρόκειτο κυρίως για νέους άνδρες, ανειδίκευτους εργάτες, που αναζητούσαν δουλειά σε μια εποχή αγροτικής φτώχειας και υπανάπτυξης.
Το μεγάλο κύμα: εμφύλιος, φτώχεια και το «γερμανικό όνειρο»
Το δεύτερο και μεγαλύτερο κύμα είναι αυτό που έχει σημαδέψει περισσότερο τη συλλογική μνήμη. Μόνο ανάμεσα στο 1955 και το 1970, περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι — πάνω από το 10% του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας — εγκατέλειψαν τη χώρα, κυρίως με προορισμό την Ευρώπη. Η δεκαετία του 1950 είχε ήδη καταγράψει συνολική εκροή 220.000 ανθρώπων, ενώ τη δεκαετία του 1960 ο αριθμός σχεδόν διπλασιάστηκε, φτάνοντας τις 406.000.
Οι αιτίες ήταν πολλαπλές και αλληλένδετες. Ο καταστροφικός Εμφύλιος Πόλεμος (1946-1949) είχε αφήσει πίσω του ερειπωμένη οικονομία και βαθιά κοινωνική διάσπαση· περίπου 65.000 Έλληνες αναζήτησαν καταφύγιο σε χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ μετά την ήττα των αριστερών δυνάμεων. Παράλληλα, η φτωχή, κυρίως αγροτική ελληνική οικονομία δεν μπορούσε να απορροφήσει τον αυξανόμενο πληθυσμό, ενώ η δικτατορία των συνταγματαρχών (1967-1974) ώθησε χιλιάδες ανθρώπους —πολλούς εξ αυτών για πολιτικούς λόγους— να φύγουν από τη χώρα.
Η Γερμανία στάθηκε ο κατεξοχήν προορισμός αυτού του κύματος. Μετά τη σύναψη διμερούς συμφωνίας εργατικής μετανάστευσης το 1960, η δυτική Γερμανία, σε πλήρη μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη, χρειαζόταν εργατικά χέρια για τα εργοστάσια και τη βιομηχανία της. Μόνο στα δεκαπέντε χρόνια 1958-1973, περίπου 600.000 εργάτες μετανάστευσαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας — αριθμός που, αν προστεθούν και τα μέλη των οικογενειών τους, δίνει μια αίσθηση του πραγματικού μεγέθους της ελληνικής παρουσίας εκεί. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, στο διάστημα 1955-1973 η Γερμανία απορρόφησε 603.300 Έλληνες μετανάστες, η Αυστραλία 170.700, οι ΗΠΑ 124.000 και ο Καναδάς 80.200.
Το προφίλ αυτού του δεύτερου κύματος διέφερε από το πρώτο: αφορούσε κυρίως νέους ανθρώπους 20 έως 34 ετών, στην πλειονότητά τους χειρωνακτικούς εργάτες, με έξι στους δέκα να κατευθύνονται προς τη Δυτική Γερμανία και το Βέλγιο για να εργαστούν σε βιομηχανίες.
Η ζωή στην ξενιτιά
Οι Έλληνες «Gastarbeiter» (φιλοξενούμενοι εργάτες) της Γερμανίας εργάζονταν κυρίως σε εργοστάσια, ορυχεία και βιομηχανικές μονάδες, συχνά κάτω από σκληρές συνθήκες, στέλνοντας μεγάλο μέρος του μισθού τους πίσω στην Ελλάδα για να στηρίξουν τις οικογένειές τους. Στην Αυστραλία και τις ΗΠΑ, αντίστοιχα, χτίστηκαν ολόκληρες ελληνικές κοινότητες γύρω από εκκλησίες, καφενεία και εμπορικά καταστήματα, δημιουργώντας «μικρές Ελλάδες» μέσα στις μεγάλες ξένες πόλεις — φαινόμενο ακόμη ορατό σήμερα σε πόλεις όπως η Μελβούρνη, που φιλοξενεί μία από τις μεγαλύτερες ελληνικές κοινότητες εκτός Ελλάδας, ή το Σικάγο και η Νέα Υόρκη στις ΗΠΑ.
Το τέλος του κύματος και η επιστροφή
Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 και η επόμενη του 1980 προκάλεσαν οικονομική αβεβαιότητα και απότομη πτώση της ζήτησης για εργατικό δυναμικό στις βιομηχανικές χώρες της Βόρειας Ευρώπης, οι οποίες άρχισαν να υιοθετούν αυστηρότερες μεταναστευτικές πολιτικές. Καθώς οι χώρες υποδοχής έγιναν λιγότερο φιλόξενες προς τους πρώην «καλεσμένους» εργάτες τους, ακολούθησε κύμα επαναπατρισμού προς την Ελλάδα. Η πτώση της δικτατορίας το 1974 και η μετέπειτα ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ενίσχυσαν αυτή την τάση, δημιουργώντας για δεκαετίες την —εν μέρει ψευδή— εντύπωση ότι η ελληνική μετανάστευση ανήκε πλέον στο παρελθόν.
Το τρίτο κύμα: η γενιά της κρίσης
Αυτή η εντύπωση κατέρρευσε το 2010, όταν η οικονομική κρίση οδήγησε τη χώρα σε νέα φάση μαζικής μετανάστευσης, αυτή τη φορά με κύριο προορισμό χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης —χάρη στην ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων— και δευτερευόντως τους παραδοσιακούς προορισμούς όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία. Πρόκειται κυρίως για ένα φαινόμενο «διαρροής εγκεφάλων»: πτυχιούχοι και εξειδικευμένοι επαγγελματίες, πολλοί εκ των οποίων εγκαταστάθηκαν και πάλι στη Γερμανία, χάρη στους ήδη υπάρχοντες δεσμούς, τη γεωγραφική εγγύτητα και τις ευκαιρίες απασχόλησης σε μια οικονομικά ισχυρή, επανενωμένη πλέον Γερμανία.
Μια διασπορά που δεν σταμάτησε ποτέ
Σήμερα, πάνω από 800.000 άνθρωποι γεννημένοι στην Ελλάδα ζουν σε χώρες του ΟΟΣΑ, με τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά να παραμένουν οι βασικοί προορισμοί — μια συνέχεια δεσμών που χτίστηκαν πριν από 60 και πλέον χρόνια. Το ποσοστό μετανάστευσης της Ελλάδας παραμένει υψηλό σε σύγκριση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ, φτάνοντας περίπου το 7% τον πληθυσμό της χώρας. Η ελληνική διασπορά, με πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους ελληνικής καταγωγής μόνο στις ΗΠΑ, δεν είναι απλώς ένα στατιστικό στοιχείο — είναι μια ζωντανή, ανανεούμενη ιστορία, που κάθε γενιά ξαναγράφει με τους δικούς της λόγους φυγής και τους δικούς της δεσμούς με την πατρίδα.
Δείτε και το σχετικό βίντεο του younghistorian.gr
