Οκτώ μήνες μετά την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ–Ιράν, η Πέμπτη έφερε στο προσκήνιο τρία μέτωπα ταυτόχρονα: τις επικίνδυνες θαλάσσιες διαδρομές στα Στενά του Ορμούζ, έναν διπλωματικό δίαυλο που ανοίγει και κλείνει και ένα οικονομικό κόστος που βαραίνει την αμερικανική πολιτική σκηνή, λίγες ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Πολλές από τις πληροφορίες που μεταδόθηκαν παραμένουν αντικρουόμενες, καθώς οι δύο πλευρές αλληλοδιαψεύδονται.
Τρία τάνκερ στις φλόγες: ποιος λέει την αλήθεια;
Το Ναυτικό των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) ανακοίνωσε ότι μέσα σε 24 ώρες τρία δεξαμενόπλοια χτύπησαν νάρκες, εξερράγησαν και πήραν φωτιά ενώ κινούνταν σε μη εγκεκριμένη νότια διαδρομή των Στενών του Ορμούζ. Σύμφωνα με την Τεχεράνη, τα πληρώματα εγκατέλειψαν τα πλοία, τα οποία είχαν απενεργοποιήσει τα ραντάρ και τα συστήματα πλοήγησης, επιχειρώντας να διασχίσουν τη νότια διαδρομή.
Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) απέρριψε τους ιρανικούς ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας ότι οι κύριες διεθνώς αναγνωρισμένες διαδρομές έχουν καθαριστεί από νάρκες. Παράλληλα, η βρετανική υπηρεσία ναυτικής ασφάλειας UKMTO ανέφερε ξεχωριστά περιστατικό με πλοίο που τυλίχθηκε στις φλόγες, χωρίς να επιβεβαιώσει ότι επρόκειτο για ένα από τα τρία δεξαμενόπλοια ή ότι η φωτιά προκλήθηκε από νάρκη.
Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει ανεξάρτητη επιβεβαίωση ότι τρία τάνκερ χτύπησαν νάρκες, ενώ δεν έχουν δημοσιοποιηθεί πλήρη στοιχεία για την ταυτότητα και τις σημαίες των πλοίων που περιγράφει η ιρανική ανακοίνωση.
Δεν πρόκειται για μεμονωμένη ένταση. Το IRGC είχε αναφέρει και προηγουμένως ότι δύο υπερδεξαμενόπλοια, με συνολικό φορτίο άνω των 4,5 εκατομμυρίων βαρελιών, χτύπησαν νάρκες και εγκαταλείφθηκαν. Η Τεχεράνη επιμένει ότι η διέλευση από τα Στενά πρέπει να γίνεται σε συντονισμό με τις ιρανικές ένοπλες δυνάμεις.
Το drone που «κατέβηκε» και η CENTCOM που διαψεύδει
Η ιρανική κρατική τηλεόραση υποστήριξε ότι οι Φρουροί της Επανάστασης, μέσω επιχείρησης ηλεκτρονικού πολέμου, πήραν τον έλεγχο ενός αμερικανικού drone επιτήρησης MQM-170 Outlaw και το προσγείωσαν σε ιρανικό έδαφος. Δεν διευκρινίστηκε πότε φέρεται να έγινε το περιστατικό.
Η CENTCOM χαρακτήρισε τον ισχυρισμό ψευδή, με τον εκπρόσωπό της, πλοίαρχο Τιμ Χόκινς, να κατηγορεί τους Φρουρούς ότι διαδίδουν επανειλημμένα ψευδείς πληροφορίες.
Η κατάληψη του drone δεν έχει επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα. Η υπόθεση θυμίζει το 2011, όταν το Ιράν ισχυρίστηκε ότι απέκτησε τον έλεγχο ενός αμερικανικού RQ-170 Sentinel μέσω ηλεκτρονικού πολέμου, ενώ οι ΗΠΑ απέδωσαν την απώλεια σε τεχνική δυσλειτουργία.
Διπλωματία με το ένα χέρι, στρατιωτικά σχέδια με το άλλο
Παρά την ένταση, ο διπλωματικός δίαυλος παραμένει ανοιχτός. Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι ενέκρινε αίτημα του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς να υπάρξει επικοινωνία με το Ιράν για ζητήματα που αφορούν ιατρικές προμήθειες. Αρνήθηκε, ωστόσο, ότι του ζήτησε να επανεκκινήσει ειρηνευτικές συνομιλίες.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Βανς έστειλε επιστολή στον Μοχσέν Ρεζαΐ, αξιωματούχο του ιρανικού συστήματος εθνικής ασφάλειας. Οι πληροφορίες για το περιεχόμενό της δεν περιορίζονται, πάντως, στο ανθρωπιστικό σκέλος: σύμφωνα με το Axios, η επικοινωνία αφορούσε και την επανέναρξη διαπραγματεύσεων, με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν να αποτελεί βασικό ζήτημα.
Παράλληλα, μεσολαβητές με επικεφαλής το Κατάρ επιχειρούν να πείσουν την Τεχεράνη να αποδεχθεί επιθεωρήσεις του ΟΗΕ στις βομβαρδισμένες πυρηνικές εγκαταστάσεις, με αντάλλαγμα πιθανή χαλάρωση κυρώσεων.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί δήλωσε ότι η Τεχεράνη βρίσκεται σε στενή επαφή με τους μεσολαβητές για την εφαρμογή του σχεδίου της σχετικά με την επαναλειτουργία των Στενών. Σύμφωνα με το Press TV, το Ιράν θα μπορούσε να ανοίξει το Ορμούζ μέσα σε λίγες ημέρες, εφόσον γίνουν δεκτοί οι όροι του.
Την ίδια ώρα, η Ουάσινγκτον εξετάζει και το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής δράσης. Σύμφωνα με το Associated Press, Αμερικανοί αξιωματούχοι προειδοποίησαν χώρες της περιοχής να είναι προετοιμασμένες για πιθανές επιθέσεις μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, καθώς και για ενδεχόμενα ιρανικά αντίποινα.
Ερωτηθείς αν θα πλήξει το Ιράν μετά τις κάλπες, ο Τραμπ απάντησε ότι «όλα είναι πιθανά». Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν έχει ανακοινωθεί οριστική απόφαση για νέα στρατιωτική επιχείρηση.
47,1 δισ. δολάρια και μετράμε
Το Πεντάγωνο ενημέρωσε το Κογκρέσο ότι ο πόλεμος έχει κοστίσει στους Αμερικανούς φορολογουμένους τουλάχιστον 47,1 δισ. δολάρια έως τις 16 Οκτωβρίου.
Από το ποσό αυτό, περίπου 29 δισ. δολάρια αφορούν την αντικατάσταση πυρομαχικών, 6,1 δισ. την αντικατάσταση χαμένου εξοπλισμού και περίπου 11,9 δισ. πρόσθετα επιχειρησιακά έξοδα. Η εκτίμηση δεν περιλαμβάνει τις ζημιές σε αμερικανικές βάσεις από ιρανικούς πυραύλους και drones.
Η αύξηση είναι αισθητή: τον Ιούλιο, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ είχε υπολογίσει το κόστος σε 37,5 δισ. δολάρια. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου εκτιμά ότι κάθε μήνας πολέμου μπορεί να κοστίζει επιπλέον 2 έως 3 δισ. δολάρια.
Σύμφωνα με εκτίμηση της Moody’s Analytics, το συνολικό οικονομικό βάρος του πολέμου αντιστοιχεί ήδη σε περίπου 2.000 δολάρια ανά μέσο αμερικανικό νοικοκυριό. Το ποσό δεν αποτελεί άμεση χρέωση που καταβλήθηκε από κάθε οικογένεια, αλλά εκτίμηση που συνυπολογίζει τις αυξημένες ενεργειακές δαπάνες, τις επιπτώσεις από τα υψηλότερα επιτόκια και το κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Με τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου να πλησιάζουν, το οικονομικό κόστος του πολέμου αναμένεται να αποτελέσει σημαντικό ζήτημα στην πολιτική αντιπαράθεση.
Ο λογαριασμός φτάνει και στην Ευρώπη
Οι συνέπειες της σύγκρουσης ξεπερνούν τον Περσικό Κόλπο. Η Air France παρέτεινε εκ νέου την αναστολή πτήσεων προς προορισμούς της περιοχής. Σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα, οι πτήσεις προς το Ριάντ παραμένουν σε αναστολή έως τις 12 Δεκεμβρίου, ενώ προς το Ντουμπάι δεν αναμένεται να επαναληφθούν πριν από τις 7 Νοεμβρίου.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει συνδέσει την άνοδο του κόστους της ενέργειας και των καυσίμων με τη σύγκρουση στον Κόλπο, επισημαίνοντας ότι η Γαλλία δεν συμμετέχει στον πόλεμο, αλλά υφίσταται τις οικονομικές συνέπειές του. Η Τεχεράνη αντέδρασε επικριτικά στις δηλώσεις του, με το ιρανικό πρακτορείο IRNA να τις χαρακτηρίζει «αξιολύπητες».
Υεμένη: η πολιορκία της Τάιζ στο επίκεντρο
Στο περιθώριο του πολέμου, η ανθρωπιστική κρίση στην Υεμένη επανέρχεται στο προσκήνιο. Η Human Rights Watch κατηγορεί τους Χούθι ότι στερούν από τους αμάχους της πολιορκημένης Τάιζ τρόφιμα, νερό και φάρμακα, επισημαίνοντας ότι τέτοιες πρακτικές μπορεί να συνιστούν έγκλημα πολέμου μέσω της χρήσης της πείνας ως μεθόδου πολέμου.
Σύμφωνα με την οργάνωση, η κατάσταση επιδεινώθηκε τον Οκτώβριο, όταν οι Χούθι απέκλεισαν και έπληξαν την τελευταία σημαντική οδό ανεφοδιασμού της πόλης. Οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στην πρόσβαση σε βασικά αγαθά και ανθρωπιστική βοήθεια, έπειτα από χρόνια πολιορκίας και συγκρούσεων.
Εκπρόσωποι των Χούθι αποδίδουν το κλείσιμο των δρόμων στις κυβερνητικές δυνάμεις. Ωστόσο, κάτοικοι, οργανώσεις και αξιωματούχοι του ΟΗΕ επιρρίπτουν ευθύνες στους Χούθι για τους περιορισμούς στην πρόσβαση και την επιδείνωση της ανθρωπιστικής κατάστασης.

