Λίγες ώρες μετά τις πρωτοφανείς κυρώσεις της κυβέρνησης Τραμπ κατά του ίδιου του Δικαστηρίου της Χάγης, οι υπουργοί Εξωτερικών Καναδά, Δανίας, Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ιαπωνίας, Ολλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου εκδίδουν κοινή δήλωση στήριξης.
Σε σπάνια δημόσια διαφοροποίηση από την Ουάσιγκτον, οι υπουργοί Εξωτερικών οκτώ στενών συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών εξέδωσαν στις 9 Οκτωβρίου 2026 κοινή δήλωση με την οποία επαναβεβαιώνουν τη «συνεχή και ακλόνητη στήριξή» τους στην ανεξαρτησία, την αμεροληψία και την ακεραιότητα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ). Τη δήλωση δημοσιοποίησε, μεταξύ άλλων, η γαλλική διπλωματία, με τον Γάλλο υπουργό Εξωτερικών Ζαν-Νοέλ Μπαρό να την αναπαράγει.
Τι λέει η δήλωση
Οι οκτώ χώρες, όλες συμβαλλόμενα κράτη του Καταστατικού της Ρώμης που ίδρυσε το Δικαστήριο, δηλώνουν ότι, ως αφοσιωμένοι υποστηρικτές του ΔΠΔ, «λυπούνται και διαφωνούν έντονα» με την ανακοίνωση κυρώσεων που πρόκειται να επιβάλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Δικαστήριο.
Εκφράζουν την εκτίμησή τους για την προετοιμασία του Δικαστηρίου απέναντι σε τέτοια μέτρα, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει να εκπληρώνει την εντολή του, και υπογραμμίζουν ότι θα το στηρίξουν σε αυτή την προσπάθεια. Ωστόσο προειδοποιούν ότι, εφόσον τεθούν σε ισχύ, οι κυρώσεις θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο έργο του Δικαστηρίου, στο προσωπικό του και στις οικογένειές τους, ανθρώπους που εργάζονται καθημερινά για να οδηγήσουν στη δικαιοσύνη όσους κατηγορούνται για τα σοβαρότερα διεθνή εγκλήματα και να στηρίξουν τα θύματά τους.
Η δήλωση κλείνει με έναν τόνο διαλλακτικότητας: οι οκτώ μένουν ενωμένοι στη στήριξή τους προς το ΔΠΔ, αλλά δεσμεύονται και σε «εποικοδομητικό και χωρίς αποκλεισμούς διάλογο» με τα κράτη που δεν είναι μέλη, ενόψει της Συνέλευσης των Συμβαλλόμενων Κρατών τον Δεκέμβριο του 2026. Όπως καταλήγουν, θα συνεχίσουν να συνεργάζονται για να στηρίξουν το έργο του Δικαστηρίου, να προασπίσουν το διεθνές σύστημα που βασίζεται σε κανόνες και να προωθήσουν τη λογοδοσία.
Οι κυρώσεις που προκάλεσαν την αντίδραση
Η δήλωση ήρθε ως απάντηση στην ανακοίνωση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος την Παρασκευή επέβαλε νέες κυρώσεις στο ΔΠΔ, στοχεύοντας για πρώτη φορά το ίδιο το Δικαστήριο ως οντότητα και όχι μόνο αξιωματούχους του ή όσους το στηρίζουν.
Τα μέτρα δεσμεύουν όλη την περιουσία του Δικαστηρίου στις ΗΠΑ και απαγορεύουν την παροχή κεφαλαίων, αγαθών ή υπηρεσιών προς αυτό. Παράλληλα, οι κυρώσεις κατονομάζουν 17 δικαστές και εισαγγελείς του οργανισμού. Δεν τίθενται άμεσα σε ισχύ: θα ενεργοποιηθούν σε 180 ημέρες, αν ΗΠΑ και ΔΠΔ δεν καταλήξουν σε συμφωνία. Αυτό εξηγεί και τη διατύπωση της κοινής δήλωσης για κυρώσεις που «εφόσον τεθούν σε ισχύ» θα πλήξουν το Δικαστήριο.
Ο Ρούμπιο δεν άφησε περιθώρια παρερμηνείας: δήλωσε ότι ο Τραμπ δεν θα επιτρέψει ποτέ στο ΔΠΔ να διώξει Αμερικανούς και προειδοποίησε: «Είτε το ΔΠΔ θα σταματήσει τις απειλές του, είτε εμείς θα τελειώσουμε το ΔΠΔ». Κάλεσε μάλιστα τους συμμάχους, πολλοί από τους οποίους είναι μέλη του Δικαστηρίου και βασίζονται σε Αμερικανούς στρατιωτικούς για την άμυνά τους, να το χαλιναγωγήσουν.
Γιατί τα μέτρα θεωρούνται απειλή ύπαρξης
Η στόχευση ολόκληρης της οντότητας, με περίπου 900 εργαζόμενους, κάνει πολύ δυσκολότερο για το Δικαστήριο να θωρακιστεί, καθώς εταιρείες που του παρέχουν υπηρεσίες κινδυνεύουν πλέον με κυρώσεις. Οι τράπεζες συχνά υπερσυμμορφώνονται με τις αμερικανικές κυρώσεις, επειδή εξαρτώνται από την πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η διοίκηση του Δικαστηρίου έχει προειδοποιήσει ότι θα μπορούσαν να πληγούν η αγορά υπηρεσιών πληροφορικής και ασφάλισης, η πρόσληψη ερευνητών και ακόμη και η πληρωμή δεκάδων Αμερικανών υπαλλήλων του.
Η απάντηση της Χάγης
Το ΔΠΔ απέρριψε τις κυρώσεις, χαρακτηρίζοντάς τες απόπειρα να παρεμποδιστεί η πορεία της δικαιοσύνης. Η πρόεδρός του, η Ιαπωνίδα δικαστής Τομόκο Ακάνε, δήλωσε ότι το Δικαστήριο θα συνεχίσει να ασκεί πλήρως την εντολή του με ανεξαρτησία και αμεροληψία, για χάρη των αμέτρητων θυμάτων σοβαρών εγκλημάτων. Η ίδια είχε ήδη βρεθεί στο στόχαστρο: τον προηγούμενο μήνα οι ΗΠΑ της επέβαλαν προσωπικές κυρώσεις, μαζί με τον Σενεγαλέζο ανώτερο νομικό του Δικαστηρίου Αμπντουλαγέ Σεγέ. Υπό αυτό το πρίσμα, η συμμετοχή της Ιαπωνίας στην κοινή δήλωση αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό.
Ένα συμβολικό timing
Η ανακοίνωση των κυρώσεων συνέπεσε με την απονομή του Νόμπελ Ειρήνης στη Νοτιοαφρικανή νομικό Νάβι Πιλάι, πρώην δικαστή του ΔΠΔ, για τη συμβολή της στη διεύρυνση του εύρους και του αντίκτυπου του διεθνούς δικαίου.
Μια κλιμάκωση με ιστορικό
Η σύγκρουση δεν είναι καινούργια. Στις 6 Φεβρουαρίου 2025 ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που επέτρεπε κυρώσεις σε αξιωματούχους του ΔΠΔ. Η Ουάσιγκτον έχει ήδη επιβάλει κυρώσεις σε περισσότερα από δώδεκα νυν και πρώην μέλη του προσωπικού, ανάμεσά τους τους μισούς εν ενεργεία δικαστές. Πυροδότης ήταν, μεταξύ άλλων, τα εντάλματα σύλληψης κατά του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου και του πρώην υπουργού Άμυνας Γιοάβ Γκάλαντ, καθώς και παλαιότερη έρευνα για τη δράση Αμερικανών στο Αφγανιστάν.
Ούτε οι ΗΠΑ ούτε το Ισραήλ είναι μέλη του Καταστατικού της Ρώμης. Το Δικαστήριο, όμως, υποστηρίζει ότι εγκλήματα Αμερικανών ή Ισραηλινών πολιτών στο έδαφος κρατών-μελών μπορούν να διωχθούν. Μέχρι σήμερα δεν έχει επιχειρήσει να διώξει κανέναν Αμερικανό πολίτη.
Τον Ιούλιο, ο Ρούμπιο ξεκίνησε εκστρατεία για την περαιτέρω απομόνωση του Δικαστηρίου, καλώντας άλλες χώρες να αποχωρήσουν. Το Τσαντ και η Βενεζουέλα κινήθηκαν προς αποχώρηση, ακολουθώντας την Μπουρκίνα Φάσο, το Μάλι και τον Νίγηρα. Αμερικανοί αξιωματούχοι φέρεται μάλιστα να ενθάρρυναν την Ολλανδία, χώρα που φιλοξενεί το Δικαστήριο, να αποχωρήσει πριν από τις κυρώσεις.
Τι μπορεί να κάνει η Ευρώπη
Στο τραπέζι βρίσκεται ο λεγόμενος «κανονισμός εμποδισμού» της ΕΕ, που μπορεί να προστατεύσει ευρωπαίους υπαλλήλους του Δικαστηρίου απαγορεύοντας σε ευρωπαϊκές εταιρείες να συμμορφωθούν με τα αμερικανικά μέτρα. Δεν είναι όμως σαφές αν θα θωράκιζε το ίδιο το ΔΠΔ, καθώς πρόκειται για διεθνή και όχι ευρωπαϊκό οργανισμό.
Με την προθεσμία των 180 ημερών να μετρά αντίστροφα και τη Συνέλευση των Συμβαλλόμενων Κρατών τον Δεκέμβριο, η κοινή δήλωση των οκτώ στέλνει ένα διπλό μήνυμα: στήριξη χωρίς όρους στη Χάγη, αλλά και ανοιχτή πόρτα για διάλογο με την Ουάσιγκτον. Το αν θα αρκέσει για να κρατήσει όρθιο το μοναδικό μόνιμο διεθνές δικαστήριο για εγκλήματα πολέμου μένει να φανεί.

