«Το κάνω έτσι χρόνια και ποτέ δεν έπαθα τίποτα». Είναι μια φράση που ακούγεται σε εργοτάξια, σε νοσοκομεία, σε πιλοτήρια αλλά και στο σπίτι μας, όταν παρακάμπτουμε ένα μέτρο ασφαλείας επειδή «έτσι το κάνουμε πάντα». Η ψυχολογική και οργανωσιακή έρευνα των τελευταίων δεκαετιών έχει δείξει ότι αυτή η φράση δεν είναι απλώς μια κακή δικαιολογία· περιγράφει έναν πολύ πραγματικό, τεκμηριωμένο μηχανισμό μέσω του οποίου η επανάληψη μιας ριψοκίνδυνης συμπεριφοράς —χωρίς άμεσες συνέπειες— σταδιακά την κάνει να φαίνεται φυσιολογική, ακόμα κι όταν το ρίσκο παραμένει εξίσου υπαρκτό.
Η «κανονικοποίηση της απόκλισης»: το μάθημα του Challenger
Ο πιο γνωστός όρος για το φαινόμενο αυτό είναι η «κανονικοποίηση της απόκλισης» (normalization of deviance), που εισήγαγε η κοινωνιολόγος Diane Vaughan μελετώντας την καταστροφή του διαστημικού λεωφορείου Challenger το 1986. Η Vaughan διαπίστωσε ότι η βαθύτερη αιτία της τραγωδίας δεν ήταν μια μεμονωμένη κακή απόφαση, αλλά η επανειλημμένη επιλογή στελεχών της NASA να εκτοξεύουν το λεωφορείο παρά ένα γνωστό επικίνδυνο ελάττωμα στους δακτυλίους στεγανοποίησης (O-rings) των προωθητήρων. Όπως περιγράφει το φαινόμενο, οι άνθρωποι μέσα σε έναν οργανισμό γίνονται τόσο αναίσθητοι σε μια αποκλίνουσα πρακτική, που αυτή παύει πλέον να τους φαίνεται λανθασμένη.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η αναισθητοποίηση αυτή δεν συμβαίνει απότομα, αλλά σταδιακά, μερικές φορές μέσα σε χρόνια, επειδή η καταστροφή δεν έρχεται αμέσως — χρειάζεται να ευθυγραμμιστούν κι άλλοι παράγοντες κινδύνου. Κάθε φορά που μια απόκλιση από τον κανόνα ασφαλείας δεν οδηγεί σε ατύχημα, λειτουργεί σαν απόδειξη ότι «τελικά δεν πειράζει», και έτσι η απόκλιση ενσωματώνεται στην κουλτούρα του οργανισμού ως το νέο φυσιολογικό. Στην περίπτωση του Challenger, η διάβρωση στους δακτυλίους είχε παρατηρηθεί σε προηγούμενες πτήσεις χωρίς καταστροφικές συνέπειες, με αποτέλεσμα να θεωρείται πλέον αποδεκτό ρίσκο και όχι λόγος ματαίωσης της εκτόξευσης. Το ίδιο μοτίβο, όπως επεσήμανε αργότερα η ίδια η Vaughan όταν συμμετείχε στην έρευνα για την καταστροφή του Columbia το 2003, επαναλήφθηκε με την αποδοχή της απώλειας αφρού μόνωσης ως «θέμα συντήρησης» και όχι ως ζήτημα ασφάλειας πτήσης — με τραγικά όμοιο αποτέλεσμα.
Η κανονικοποίηση της απόκλισης δεν περιορίζεται στη διαστημική βιομηχανία. Έχει μελετηθεί εκτενώς και στον χώρο της υγείας, όπου νοσηλευτές και γιατροί μπορεί σταδιακά να παρεκκλίνουν από πρωτόκολλα ασφαλείας (π.χ. έλεγχοι ταυτοποίησης ασθενούς, υγιεινή χεριών) χωρίς άμεσο επεισόδιο βλάβης, με αποτέλεσμα η παρέκκλιση να γίνει η νέα «κανονικότητα» της καθημερινής πρακτικής.
Το «σχεδόν-ατύχημα» που μας κάνει πιο απρόσεκτους
Ένας δεύτερος, στενά συνδεδεμένος μηχανισμός αφορά το πώς αντιδρούμε σε καταστάσεις όπου κάτι παραλίγο να πάει στραβά αλλά τελικά δεν πήγε — τα λεγόμενα «σχεδόν-ατυχήματα» (near misses). Θα περίμενε κανείς ότι ένα σχεδόν-ατύχημα λειτουργεί ως προειδοποίηση και μας κάνει πιο προσεκτικούς. Η έρευνα δείχνει συχνά το αντίθετο. Οι ερευνητές Robin Dillon και Catherine Tinsley ονόμασαν αυτό το φαινόμενο «προκατάληψη του σχεδόν-ατυχήματος» (near-miss bias): η έκθεση σε ορισμένου τύπου σχεδόν-ατυχήματα όχι μόνο δεν λειτουργεί ως σήμα κινδύνου, αλλά μπορεί να ενθαρρύνει ακόμη πιο ριψοκίνδυνη λήψη αποφάσεων. Ο μηχανισμός φαίνεται να είναι κυρίως συναισθηματικός παρά λογικός: το σχεδόν-ατύχημα ενημερώνει τη μνήμη μας με το γεγονός ότι «τελικά δεν έγινε τίποτα», με αποτέλεσμα η αντίστοιχη κατηγορία κινδύνου να μας φαίνεται στο εξής λιγότερο απειλητική συναισθηματικά, ακόμα κι αν η αντικειμενική πιθανότητα βλάβης παραμένει η ίδια.
Έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο έχει δείξει ότι ο τρόπος με τον οποίο πλαισιώνουμε νοητικά ένα σχεδόν-ατύχημα παίζει καθοριστικό ρόλο. Αν το αντιληφθούμε ως απόδειξη ανθεκτικότητας («το αποφύγαμε, άρα είμαστε καλυμμένοι»), τείνουμε να γινόμαστε πιο επιρρεπείς σε ρίσκο και λιγότερο πρόθυμοι να λάβουμε προληπτικά μέτρα. Αν αντίθετα το δούμε ως κάτι που «παραλίγο να συμβεί» και θα μπορούσε να είχε προκαλέσει ζημιά, αυτό ενισχύει την αντίληψη ευαλωτότητας και μας ωθεί σε μεγαλύτερη προσοχή. Δηλαδή, τα ίδια ακριβώς γεγονότα μπορούν να οδηγήσουν σε εντελώς αντίθετες συμπεριφορές, ανάλογα με το πώς τα «αφηγούμαστε» στον εαυτό μας.
Σε συναφή έρευνα σε βιομηχανίες υψηλού κινδύνου, έχει προταθεί και η έννοια της «μετατόπισης δικαιολόγησης» (justification shift): όσο περισσότερα σχεδόν-ατυχήματα συμβαίνουν χωρίς συνέπειες, τόσο περισσότερο ενισχύεται η πεποίθηση των ειδικών ότι οι υπάρχουσες διαδικασίες είναι αξιόπιστες, με αποτέλεσμα τα σήματα κινδύνου να παραγκωνίζονται όλο και πιο εύκολα και το βάρος απόδειξης να μετατοπίζεται σε όποιον θέλει να αλλάξει τις καθιερωμένες πρακτικές.
Όταν νιώθουμε πιο ασφαλείς, γινόμαστε πιο απρόσεκτοι: το φαινόμενο Peltzman
Υπάρχει και μια τρίτη, εξίσου διαφωτιστική διάσταση του προβλήματος: αυτό που συμβαίνει όταν μας δίνεται μια αντικειμενική βελτίωση ασφαλείας. Ο οικονομολόγος Sam Peltzman μελέτησε το 1975 την επίδραση της υποχρεωτικής χρήσης ζωνών ασφαλείας και άλλων μέτρων στα αυτοκίνητα των ΗΠΑ και διαπίστωσε κάτι αντιφατικό: παρότι τα μέτρα αυτά μείωναν την πιθανότητα τραυματισμού σε περίπτωση ατυχήματος, οι θάνατοι από τροχαία δεν μειώθηκαν αναλογικά όσο θα περίμενε κανείς. Η εξήγηση που πρότεινε είναι ότι οι οδηγοί, νιώθοντας πιο προστατευμένοι, άρχισαν να οδηγούν πιο επιθετικά —πιο γρήγορα, με λιγότερη απόσταση ασφαλείας— αντισταθμίζοντας έτσι μέρος του οφέλους. Το φαινόμενο αυτό έγινε γνωστό ως «επίδραση Peltzman» ή «αντιστάθμιση κινδύνου» (risk compensation): η τάση των ανθρώπων να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με το πόσο ασφαλείς αισθάνονται, γινόμενοι πιο προσεκτικοί όταν νιώθουν εκτεθειμένοι και πιο απρόσεκτοι όταν νιώθουν προστατευμένοι.
Μεταγενέστερη έρευνα έχει δείξει ότι η αντιστάθμιση κινδύνου δεν είναι απόλυτος κανόνας —συνήθως αντισταθμίζει λιγότερο από το μισό του άμεσου οφέλους ενός μέτρου ασφαλείας, και η έκτασή της εξαρτάται από παράγοντες όπως το πόσο αντιληπτό είναι το μέτρο, πόσο αποτελεσματικό φαίνεται, και πόσο έλεγχο νιώθει το άτομο ότι έχει πάνω στην κατάσταση. Το φαινόμενο έχει παρατηρηθεί, μεταξύ άλλων, σε ποδηλάτες με κράνος που επιχειρούν πιο επικίνδυνα προσπεράσματα, αλλά και σε πιο πρόσφατα πλαίσια, όπως η χρήση μάσκας κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.
Γιατί συμβαίνει: η αυτοματοποίηση της συνήθειας
Πέρα από τους οργανωσιακούς και συλλογικούς μηχανισμούς, υπάρχει και μια πιο βασική, ατομική εξήγηση: όσο περισσότερο επαναλαμβάνουμε μια ενέργεια, τόσο περισσότερο αυτή μεταπίπτει από συνειδητή απόφαση σε αυτοματοποιημένη συνήθεια. Αυτό σημαίνει ότι η ενέργεια εκτελείται πλέον με ελάχιστη ενεργό σκέψη ή αξιολόγηση κινδύνου — δεν «αποφασίζουμε» κάθε φορά να παρακάμψουμε το μέτρο ασφαλείας, απλώς το κάνουμε, γιατί έτσι έχει «προγραμματιστεί» η ενέργεια στο μυαλό μας μέσα από την επανάληψη. Αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί οι έμπειροι επαγγελματίες —αυτοί δηλαδή που έχουν εκτελέσει μια διαδικασία εκατοντάδες ή χιλιάδες φορές— είναι μερικές φορές πιο επιρρεπείς σε παρεκκλίσεις από το πρωτόκολλο απ’ ό,τι οι αρχάριοι, οι οποίοι ακόμη σκέφτονται συνειδητά κάθε βήμα.
Πώς σπάει ο κύκλος
Η γνώση αυτών των μηχανισμών προσφέρει και συγκεκριμένες κατευθύνσεις για την αντιμετώπισή τους. Οργανισμοί υψηλού κινδύνου (αεροπορία, υγεία, βιομηχανία) έχουν αναπτύξει πρακτικές όπως η ενεργή αναφορά και ανάλυση κάθε σχεδόν-ατυχήματος ως πραγματικού συμβάντος αξιολόγησης κινδύνου —όχι ως απόδειξη ότι «το σύστημα δούλεψε»— ώστε να αποφεύγεται η προκατάληψη του σχεδόν-ατυχήματος. Η καλλιέργεια ψυχολογικής ασφάλειας, ώστε οι εργαζόμενοι να μπορούν να αναφέρουν αποκλίσεις χωρίς φόβο συνεπειών, θεωρείται επίσης καθοριστικός παράγοντας για να μην «θάβονται» τα πρώιμα προειδοποιητικά σημάδια. Τέλος, η περιοδική, συνειδητή επανεξέταση διαδικασιών ρουτίνας —το να αναρωτηθεί κανείς ρητά «γιατί το κάνουμε έτσι» αντί να το θεωρεί δεδομένο— λειτουργεί ως αντίδοτο στην αυτοματοποίηση που μας κάνει να μην αντιλαμβανόμαστε πλέον το ρίσκο που έχουμε μάθει να αγνοούμε.
Συμπέρασμα
Το «το κάνω πάντα έτσι» δεν είναι απλώς μια βολική δικαιολογία· είναι το ορατό σημάδι ενός βαθύτερου ψυχολογικού και οργανωσιακού μηχανισμού, μέσα από τον οποίο η επανάληψη χωρίς άμεσες συνέπειες μετατρέπει σταδιακά το επικίνδυνο σε φυσιολογικό. Είτε πρόκειται για την κανονικοποίηση της απόκλισης σε έναν οργανισμό, είτε για την προκατάληψη του σχεδόν-ατυχήματος, είτε για την αντιστάθμιση κινδύνου όταν αισθανόμαστε πιο προστατευμένοι, το κοινό νήμα είναι το ίδιο: η απουσία καταστροφής δεν σημαίνει απουσία κινδύνου. Η αναγνώριση αυτού του μηχανισμού είναι το πρώτο βήμα για να μην τον αφήσουμε να μας οδηγήσει, βήμα-βήμα και αθόρυβα, εκεί που δεν θέλαμε να φτάσουμε.
