Κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για την ακρίβεια, η ερώτηση που μένει αναπάντητη είναι μία: αν όλοι πληρώνουν πιο ακριβά, ποιος εισπράττει τη διαφορά; Η απάντηση δεν είναι μονολεκτική — υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερεις «ωφελημένοι» από την περίοδο υψηλού πληθωρισμού στην Ελλάδα, με στοιχεία που έχουν καταγράψει το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, η Eurostat, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, αλλά και οι ίδιες οι τράπεζες στους ισολογισμούς τους.
Ο ρόλος των επιχειρηματικών κερδών στον πληθωρισμό
Ο όρος greedflation χρησιμοποιήθηκε ευρέως στον δημόσιο οικονομικό διάλογο για να περιγράψει την άποψη ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επιχειρήσεις αύξησαν τα περιθώρια κέρδους τους πέρα από την αύξηση του κόστους. Αναλύσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εξέτασαν τον ρόλο των επιχειρηματικών κερδών στην άνοδο των τιμών, χωρίς όμως να υιοθετούν επίσημα τον συγκεκριμένο όρο.
Έρευνα του ΔΝΤ για την Ευρωζώνη έδειξε ότι, σε συγκεκριμένη περίοδο μετά το 2022, η αύξηση των επιχειρηματικών κερδών συνέβαλε σημαντικά στην αύξηση του αποπληθωριστή του ΑΕΠ (GDP deflator), μαζί με τις αυξήσεις στο κόστος εισαγωγών και εργασίας. Τα ευρήματα αυτά δεν σημαίνουν ότι το ίδιο ποσοστό ισχύει για τον πληθωρισμό που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές στο καλάθι της καθημερινής τους κατανάλωσης.
Η Ελλάδα δεν έμεινε στο περιθώριο αυτού του φαινομένου. Σύμφωνα με αναλύσεις που βασίζονται σε στοιχεία του ΟΟΣΑ και της Eurostat, το μερίδιο των επιχειρηματικών κερδών στην οικονομία αυξήθηκε αισθητά την περίοδο 2019–2022. Παράλληλα, οι 150 εισηγμένες εταιρείες του Χρηματιστηρίου Αθηνών που δημοσίευσαν αποτελέσματα για το 2022 εμφάνισαν συνολικά καθαρά κέρδη περίπου 10,4 δισ. ευρώ, με σημαντική συμβολή από τους κλάδους της ενέργειας και των τραπεζών.
Οι τράπεζες: τα υψηλά επιτοκιακά περιθώρια
Ο δεύτερος μεγάλος ωφελημένος είναι το τραπεζικό σύστημα. Όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αυξάνει τα επιτόκια, το κόστος των δανείων προσαρμόζεται συνήθως ταχύτερα από τις αποδόσεις των καταθέσεων. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου των τραπεζών. Μελέτη του ΚΕΠΕ εκτίμησε ότι το φαινόμενο αυτό συνέβαλε σημαντικά στην ενίσχυση της κερδοφορίας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος την περίοδο 2022–2023.
Το κράτος και τα έσοδα από τον ΦΠΑ
Υπάρχει και ένας τρίτος παράγοντας που σπάνια συζητείται: το ίδιο το Δημόσιο. Επειδή ο ΦΠΑ υπολογίζεται ως ποσοστό επί της τελικής τιμής, όταν οι τιμές αυξάνονται αυξάνονται και τα ονομαστικά έσοδα από τον φόρο, ακόμη και χωρίς αλλαγή συντελεστή. Τα αυξημένα φορολογικά έσοδα, ωστόσο, δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε ισόποσο δημοσιονομικό όφελος, καθώς σε περιόδους υψηλού πληθωρισμού αυξάνονται συνήθως και οι δημόσιες δαπάνες.
Η άλλη πλευρά: όχι όλα «απληστία»
Δεν συμφωνούν όλοι οι αναλυτές ότι η εικόνα είναι τόσο απλή. Υπάρχει και η άποψη ότι η ακρίβεια, ειδικά στα τρόφιμα, δεν είναι πρωτίστως ζήτημα υπερβολικής κερδοφορίας αλλά αποτέλεσμα μιας μακράς και ενεργοβόρας εφοδιαστικής αλυσίδας, με πολλούς ενδιάμεσους κρίκους ανάμεσα στον παραγωγό και το ράφι. Σε αυτή τη λογική, η λύση δεν βρίσκεται στον καθορισμό τιμών από το κράτος, αλλά στη βελτίωση του ανταγωνισμού και στη μείωση του κόστους της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Το βασικό συμπέρασμα
Η ακρίβεια δεν επηρεάζει όλους με τον ίδιο τρόπο. Ενώ τα νοικοκυριά βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται, η περίοδος του υψηλού πληθωρισμού συνοδεύτηκε από αυξημένα περιθώρια κέρδους σε ορισμένους επιχειρηματικούς κλάδους, υψηλή κερδοφορία των τραπεζών λόγω των επιτοκίων και αυξημένα ονομαστικά φορολογικά έσοδα από τον ΦΠΑ. Το κατά πόσο αυτό οφείλεται κυρίως σε αυξημένα περιθώρια κέρδους ή σε δομικά χαρακτηριστικά της αγοράς παραμένει αντικείμενο έντονης οικονομικής συζήτησης.
