Στις 17 Ιουνίου 1972, πέντε άνδρες συνελήφθησαν να διαρρηγνύουν τα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος στο συγκρότημα Watergate της Ουάσινγκτον, με σκοπό να τοποθετήσουν κοριούς παρακολούθησης. Αυτό που ξεκίνησε ως μια φαινομενικά ασήμαντη ληστεία, εξελίχθηκε σε δύο χρόνια πολιτικής κρίσης που κατέληξε στην πρώτη -και μοναδική μέχρι σήμερα- παραίτηση προέδρου των ΗΠΑ.
Η διάρρηξη και οι πρώτες υποψίες
Οι διαρρήκτες συνδέονταν με την «Επιτροπή για την Επανεκλογή του Προέδρου» (γνωστή ειρωνικά ως CREEP), η οποία στήριζε την υποψηφιότητα του Ρίτσαρντ Νίξον για δεύτερη θητεία. Τέσσερις από τους πέντε είχαν παρελθόν σε επιχειρήσεις της CIA εναντίον του καθεστώτος Κάστρο στην Κούβα, ενώ ο πέμπτος, Τζέιμς Μακόρντ, ήταν υπεύθυνος ασφαλείας της ίδιας της επιτροπής επανεκλογής.
Αρχικά, η υπόθεση έμοιαζε ασήμαντη. Ο ίδιος ο Νίξον κέρδισε τις εκλογές του Νοεμβρίου 1972 με συντριπτική πλειοψηφία. Ωστόσο, δύο δημοσιογράφοι της Washington Post, ο Μπομπ Γούντγουορντ και ο Καρλ Μπερνστάιν, με τη βοήθεια μιας μυστικής πηγής γνωστής ως «Deep Throat» -η οποία αποκαλύφθηκε τρεις δεκαετίες αργότερα ότι ήταν ο αναπληρωτής διευθυντής του FBI, Μαρκ Φελτ- άρχισαν να ξετυλίγουν ένα πολύ μεγαλύτερο κουβάρι παράνομης κατασκοπείας και παράνομης χρηματοδότησης μέσα από το ίδιο το Λευκό Οίκο.
Η κάλυψη ξεδιπλώνεται
Καθοριστική στιγμή ήταν ο Μάρτιος του 1973, όταν ο νομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου, Τζον Ντιν, προειδοποίησε προσωπικά τον Νίξον ότι υπήρχε «καρκίνος» κοντά στην προεδρία που μεγάλωνε συνεχώς. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ντιν άρχισε να συνεργάζεται με τις αρχές, ενώ βασικά στελέχη της κυβέρνησης, όπως ο Χ. Ρ. Χάλντεμαν και ο Τζον Έρλιχμαν, αναγκάστηκαν σε παραίτηση.
Τον Μάιο του 1973 διορίστηκε ειδικός ανακριτής, ο Άρτσιμπαλντ Κοξ, για να διερευνήσει την υπόθεση, ενώ η Γερουσία ξεκίνησε τηλεοπτικές ακροάσεις που καθήλωσαν το αμερικανικό κοινό. Η υπόθεση απέκτησε νέα διάσταση όταν αποκαλύφθηκε ότι ο Νίξον κατέγραφε συστηματικά όλες τις συνομιλίες στο Οβάλ Γραφείο -κάτι που έθεσε στο επίκεντρο το ερώτημα αν οι κασέτες θα αποδείκνυαν την προσωπική του εμπλοκή.
Το «Σφαγιαστικό Σαββατόβραδο» και η κλιμάκωση
Στις 20 Οκτωβρίου 1973, ο Νίξον διέταξε την απόλυση του ειδικού ανακριτή Κοξ, όταν εκείνος αρνήθηκε να σταματήσει να ζητά τις κασέτες. Το γεγονός, που έμεινε γνωστό ως «Σφαγιαστικό Σαββατόβραδο» (Saturday Night Massacre), προκάλεσε αλυσιδωτές παραιτήσεις ανώτατων αξιωματούχων του υπουργείου Δικαιοσύνης και πυροδότησε κύμα οργής, ενισχύοντας τις υποψίες ότι ο πρόεδρος είχε κάτι σοβαρό να κρύψει.
Τον Μάρτιο του 1974, μια ένορκη επιτροπή απήγγειλε κατηγορίες σε επτά πρώην συνεργάτες του Νίξον, ονομάζοντας τον ίδιο τον πρόεδρο «μη κατηγορούμενο συνωμότη». Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε ομόφωνα τον Νίξον να παραδώσει τις κασέτες, ενώ η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής ενέκρινε τρία άρθρα παραπομπής σε δίκη (impeachment) για παρακώλυση δικαιοσύνης, κατάχρηση εξουσίας και περιφρόνηση του Κογκρέσου.
Η «καπνιστή κάννη» και η παραίτηση
Στις 5 Αυγούστου 1974, ο Λευκός Οίκος αναγκάστηκε να δημοσιοποιήσει την περίφημη κασέτα της 23ης Ιουνίου 1972, γνωστή ως «καπνιστή κάννη» (smoking gun), η οποία αποδείκνυε ότι ο Νίξον είχε διατάξει την CIA να εμποδίσει την έρευνα του FBI ήδη από τις πρώτες ημέρες μετά τη διάρρηξη. Η αποκάλυψη διέλυσε ό,τι είχε απομείνει από την πολιτική στήριξη του προέδρου, ακόμη και μέσα στο ίδιο του το κόμμα.
Με την παραπομπή σε δίκη να θεωρείται πλέον αναπόφευκτη, ο Νίξον ανακοίνωσε στις 8 Αυγούστου 1974 σε τηλεοπτικό διάγγελμα ότι θα παραιτούνταν, γινόμενος ο πρώτος πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ που εγκατέλειπε το αξίωμά του. Η παραίτηση τέθηκε σε ισχύ το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, όταν ορκίστηκε πρόεδρος ο αντιπρόεδρος Τζέραλντ Φορντ.
Το επίλογος και η κληρονομιά
Έναν μήνα αργότερα, στις 8 Σεπτεμβρίου 1974, ο Φορντ παραχώρησε πλήρη χάρη στον Νίξον για οποιοδήποτε αδίκημα μπορεί να είχε διαπράξει ως πρόεδρος, κλείνοντας οριστικά το ενδεχόμενο ποινικής δίωξής του. Αντίθετα, στενοί συνεργάτες του δεν είχαν την ίδια τύχη: ο πρώην γενικός εισαγγελέας Τζον Μίτσελ, ο Χάλντεμαν και ο Έρλιχμαν καταδικάστηκαν και εξέτισαν ποινές φυλάκισης, ενώ συνολικά περισσότερα από 60 άτομα κατηγορήθηκαν στο πλαίσιο της υπόθεσης.
Το σκάνδαλο άφησε βαθιά σημάδια στην αμερικανική πολιτική ζωή: οδήγησε σε νέα νομοθεσία για τη διαφάνεια και την προστασία προσωπικών δεδομένων, ενίσχυσε τον ρόλο του ανεξάρτητου δημοσιογραφικού ελέγχου της εξουσίας και καθιέρωσε την κατάληξη «-gate» ως διεθνή όρο-συνώνυμο για κάθε μεγάλο σκάνδαλο, πολιτικό ή μη, που ακολούθησε έκτοτε σε όλο τον κόσμο.
