Σε μια χώρα όπου η καθημερινή επιβίωση γίνεται όλο και πιο δύσκολη, με ακρίβεια, ενοίκια που τρώνε μισθούς και νέους που μεταναστεύουν μαζικά, η δημόσια συζήτηση αποκαλύπτει συχνά μια βαθιά σχιζοφρένεια. Πρόσφατα, η κυβέρνηση προχώρησε σε μια ρύθμιση που αυξάνει τις αποδοχές του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά 60% έως και 95%, φέρνοντάς τες κοντά στα 4.672 ευρώ μικτά τον μήνα (90% των αποδοχών γενικού γραμματέα υπουργείου).
Η αντίδραση; Συγκρατημένη, σε μεγάλο βαθμό. Κάποιοι πολιτικοί της αντιπολίτευσης μίλησαν για «προκλητικές» ή «προεκλογικές» κινήσεις, αλλά η ευρύτερη κοινωνία δεν φάνηκε να σκανδαλίζεται ιδιαίτερα. Άλλωστε, «είναι η Εκκλησία», «έχουν ανάγκες», «δουλεύουν για το ποίμνιο». Το μέτρο περνάει σχετικά ήσυχα, ενταγμένο σε πολυνομοσχέδιο με άλλες παροχές.
Αντίθετα, όταν ο Νίκος Ανδρουλάκης του ΠΑΣΟΚ πρότεινε δωρεάν μετακίνηση για όλους τους νέους έως 24 ετών στα ΜΜΜ της Αττικής και της Θεσσαλονίκης, η αντίδραση σε μεγάλο μέρος των social media και κάποιων σχολιαστών ήταν άμεση και δηκτική: «Πάλι παροχές;», «Με ποια λεφτά;», «Θα γίνουν τεμπέληδες», «Λαϊκισμός». Το ίδιο μέτρο που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες θεωρείται αυτονόητο εργαλείο στήριξης της νεολαίας, κινητικότητας και μείωσης ρύπων, εδώ μετατρέπεται σε ευκαιρία για ειρωνεία και ηθικολογία.
Τα δύο βάρη και τα δύο μέτρα
Ας είμαστε αντικειμενικοί. Οι μητροπολίτες δεν είναι πλούσιοι κληρικοί του Μεσαίωνα. Οι προηγούμενες αποδοχές τους (2.400-2.915 ευρώ μικτά) δεν ήταν υπέρογκες για τη θέση τους, και η αύξηση εξισώνει και εκσυγχρονίζει τον τρόπο υπολογισμού. Η Εκκλησία παίζει σημαντικό ρόλο σε κοινωνικές υπηρεσίες, φιλανθρωπία και πολιτισμό. Το δημοσιονομικό βάρος δεν είναι τεράστιο για περίπου 80 μητροπολίτες.
Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται το καυστικό της υπόθεσης. Η ίδια κοινωνία που δέχεται χωρίς μεγάλη τριβή την (σημαντική) αναπροσαρμογή μισθών σε θεσμικούς παράγοντες με ιστορικό βάρος, ξεσπά με σαρκασμό όταν πρόκειται για μέτρα που αφορούν άμεσα τη νέα γενιά. Δωρεάν ΜΜΜ για νέους; «Θα τα σπάσουν», «Οι γονείς τους να πληρώνουν», «Πού θα βρεθούν τα λεφτά;». Λες και τα λεφτά για τις αυξήσεις στην ιεραρχία βγήκαν από μαγικό κουμπαρά και όχι από τον ίδιο προϋπολογισμό που χρηματοδοτεί (ή δεν χρηματοδοτεί επαρκώς) τα ΜΜΜ, την Παιδεία και την Υγεία.
Η ειρωνεία είναι πολλαπλή. Οι νέοι σήμερα αντιμετωπίζουν ανεργία, υποαμοιβή, ακριβά ενοίκια και συγκοινωνίες που συχνά είναι αναξιόπιστες ή υπερφορτωμένες. Μια πολιτική δωρεάν μετακίνησης θα ενίσχυε την πρόσβαση σε σπουδές, εργασία και πολιτισμό, θα μείωνε την εξάρτηση από αυτοκίνητο (και γονείς) και θα έστελνε μήνυμα ότι η νεολαία δεν είναι απλώς «μελλοντικοί ψηφοφόροι» αλλά προτεραιότητα. Αντίθετα, η συζήτηση γρήγορα κατηφορίζει σε ηθικοπλαστικά κηρύγματα περί «τεμπελιάς».
Η βαθύτερη ρίζα του φαινομένου
Αυτή η διπλή στάση δεν είναι τυχαία. Αποκαλύπτει μια κοινωνία που έχει εσωτερικεύσει ιεραρχίες και παραδοσιακούς θεσμούς ως «άθικτους», ενώ βλέπει την νεολαία ως «απαιτητική» ή «μη παραγωγική». Το «ιερό» (Εκκλησία, στρατός, δικαστικοί κ.λπ.) παίρνει προτεραιότητα σε πόρους και κατανόηση. Το «νέο» και το «άγνωστο» (νέοι, καινοτομία, κοινωνικές παροχές) αντιμετωπίζεται με καχυποψία και χλευασμό. Είναι η ίδια λογική που χειροκροτεί επιδοτήσεις σε συγκεκριμένους κλάδους αλλά γκρινιάζει για επιδόματα ανεργίας ή στήριξη φοιτητών.
Φυσικά, κάθε μέτρο πρέπει να κρίνεται με κριτήρια κόστους-αποτελεσματικότητας, διαφάνειας και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας. Οι αυξήσεις στους μητροπολίτες μπορούν να συζητηθούν ως μέρος μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης στις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας. Η δωρεάν μετακίνηση νέων χρειάζεται μελέτη κόστους (που δεν είναι αμελητέο) και μηχανισμούς ελέγχου. Αλλά η επιλεκτική οργή και η επιλεκτική ανοχή είναι αυτό που δηλητηριάζει τον δημόσιο διάλογο.
Σε τελική ανάλυση, μια κοινωνία που αποδέχεται εύκολα τις αυξήσεις για τους «πάνω» αλλά χλευάζει τις ευκαιρίες για τους «κάτω» στέλνει σαφές μήνυμα: η αξία δεν μετριέται με την ανάγκη ή το μέλλον, αλλά με το status και την παράδοση. Και αυτό είναι καυστικά αποκαλυπτικό για το πού βρισκόμαστε ως χώρα το 2026. Ίσως ήρθε η ώρα να κοιταχτούμε στον καθρέφτη χωρίς τα συνήθη «ιερά» άλλοθι.

