Σημαντική μετατόπιση στο πολιτικό σκηνικό καταγράφει η τελευταία πανελλαδική έρευνα της Metron Analysis για το MEGA, με τους πολίτες να εκφράζουν ξεκάθαρα επιθυμία για πολιτική αλλαγή, αλλά να παραμένουν μοιρασμένοι ως προς το αν αυτή πρέπει να έρθει μέσω πρόωρων εκλογών ή με την ολοκλήρωση της κυβερνητικής θητείας. Παράλληλα, η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει αισθητή μείωση των ποσοστών της σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση, διατηρώντας ωστόσο την πρώτη θέση.
Η τηλεφωνική έρευνα πραγματοποιήθηκε το διάστημα 21 έως 27 Απριλίου σε δείγμα 1.300 ψηφοφόρων. Στην πρόθεση ψήφου, η ΝΔ συγκεντρώνει 21,5% (από 23,8%), ενώ το ΠΑΣΟΚ καταγράφει άνοδο στο 11,3% (από 10,4%). Ακολουθούν η Πλεύση Ελευθερίας με 7,8% (ελαφρά πτώση), η Ελληνική Λύση με 7,7% (άνοδος), το ΚΚΕ με 6,3% και ο ΣΥΡΙΖΑ με 4%. Μικρότερα ποσοστά λαμβάνουν η Φωνή Λογικής (2,6%), το ΜέΡΑ25 (2,3%), η Νέα Αριστερά (1,8%), η ΝΙΚΗ (1,4%) και οι Σπαρτιάτες (0,4%). Τα λοιπά κόμματα συγκεντρώνουν 8,1%, ενώ η αδιευκρίνιστη ψήφος αυξάνεται στο 14,9%.
Στην εκτίμηση ψήφου, η ΝΔ υποχωρεί κάτω από το όριο του 30%, στο 28,6% (από 31,1%), με το ΠΑΣΟΚ να φτάνει το 15%. Η Πλεύση Ελευθερίας και η Ελληνική Λύση κινούνται κοντά ή πάνω από το 10%, ενώ ακολουθούν ΚΚΕ (8,4%) και ΣΥΡΙΖΑ (5,3%).
Η γενική εικόνα που προκύπτει για την κοινωνία είναι ιδιαίτερα αρνητική: το 66% θεωρεί ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, ενώ μόλις το 28% εκτιμά ότι βαδίζει σωστά. Αντίστοιχα, το 49% δηλώνει ότι η προσωπική του κατάσταση έχει επιδεινωθεί τον τελευταίο χρόνο, έναντι 16% που βλέπει βελτίωση.
Ενδεικτικό της αίσθησης ανασφάλειας είναι και το ερώτημα όπου οι πολίτες καλούνται να τοποθετηθούν αν νιώθουν «εντός ή εκτός κάστρου»: το 51% απαντά ότι αισθάνεται απροστάτευτο, ενώ το 46% προστατευμένο.
Σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, παρά τις αντιδράσεις κυβερνητικών στελεχών, το 78% θεωρεί ότι η συμμετοχή της χώρας είναι ωφέλιμη.
Τα βασικά προβλήματα που αναδεικνύονται παραμένουν η ακρίβεια (46%) και η οικονομία (36%), ενώ ακολουθούν η κρίση θεσμών (20%), η διαφθορά (17%) και η ανασφάλεια/ανεπάρκεια της κυβέρνησης (10%).
Η αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου είναι έντονα αρνητική: 79% αρνητικές γνώμες για την οικονομία, 76% για θέματα θεσμών και 66% για την καθημερινότητα. Μόνο στα γεωπολιτικά καταγράφεται πιο ισορροπημένη εικόνα, αν και οι αρνητικές απόψεις παραμένουν περισσότερες. Συνολικά, το 71% αξιολογεί αρνητικά την κυβέρνηση και το 69% τον πρωθυπουργό.
Αρνητική είναι και η εικόνα της αντιπολίτευσης: το 77% αξιολογεί αρνητικά το ΠΑΣΟΚ ως αξιωματική αντιπολίτευση και το 76% τον αρχηγό του.
Στο ερώτημα για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό, προηγείται ο «κανένας» με 30%, ενώ ακολουθούν ο Κυριάκος Μητσοτάκης με 26%, ο Αλέξης Τσίπρας με 7% και ο Νίκος Ανδρουλάκης με 6%.
Στις δημοτικότητες πολιτικών αρχηγών, πρώτη παραμένει η Ζωή Κωνσταντοπούλου με 35%, ακολουθούμενη από τον Δημήτρη Κουτσούμπα (33%) και τον Κυριάκο Μητσοτάκη (30%).
Αναφορικά με τους θεσμούς, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκεντρώνει 61% αρνητικές γνώμες, ενώ ο πρόεδρος της Βουλής εμφανίζει σχεδόν ισορροπημένες αξιολογήσεις.
Στο δίλημμα «πολιτική σταθερότητα ή αλλαγή», το 60% επιλέγει αλλαγή. Ωστόσο, στο ερώτημα για πρόωρες εκλογές ή ολοκλήρωση της τετραετίας, η κοινωνία εμφανίζεται διχασμένη (51% υπέρ πρόωρων εκλογών, 46% υπέρ εξάντλησης θητείας). Παράλληλα, το 53% τάσσεται υπέρ κυβερνήσεων συνεργασίας.
Όσον αφορά πιθανά νέα πολιτικά σχήματα, ένα κόμμα υπό τον Αλέξη Τσίπρα θα μπορούσε να συγκεντρώσει έως 21% πιθανότητα ψήφου, ενώ ένα υπό τη Μαρία Καρυστιανού φτάνει το 27%. Η ίδια συγκεντρώνει 44% θετικές γνώμες.
Στα διεθνή ζητήματα, οι Έλληνες έχουν πιο θετική άποψη για τη Γαλλία και την Κίνα, ενώ είναι αρνητικοί προς τις ΗΠΑ. Το 76% θεωρεί αδικαιολόγητη την επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν, ενώ για τις σχέσεις ΕΕ-ΗΠΑ το 54% εκτιμά ότι θα παραμείνουν συμμαχικές.
Η συνολική εικόνα της έρευνας δείχνει μια κοινωνία δυσαρεστημένη, με έντονο αίτημα αλλαγής και χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς και το πολιτικό σύστημα. Παρά τη φθορά της κυβέρνησης, δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί σαφής εναλλακτική, γεγονός που υποδηλώνει ότι το πολιτικό σκηνικό βρίσκεται σε φάση μετάβασης, με ανοιχτό το ερώτημα για το ποιος θα εκφράσει τελικά τη συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια.
