Το βράδυ της Κυριακής, η FIFA πήρε μια απόφαση που δεν είχε ξαναδεί κανείς σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου εδώ και πάνω από 60 χρόνια: ανέστειλε την αυτόματη τιμωρία αποκλεισμού του Αμερικανού επιθετικού Folarin Balogun, επιτρέποντάς του να παίξει στη νίκη-πρόκριση των ΗΠΑ κόντρα στο Βέλγιο. Η τελευταία αντίστοιχη περίπτωση σε Μουντιάλ ήταν το 1962, όταν ο Garrincha επέστρεψε στον τελικό για τη Βραζιλία. Αυτό όμως που μετατρέπει την υπόθεση σε κάτι παραπάνω από αθλητικό επεισόδιο είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο πρόεδρος Trump είχε μιλήσει τηλεφωνικά με τον πρόεδρο της FIFA, Gianni Infantino, ζητώντας επανεξέταση της ποινής, ημέρες πριν από την ανατροπή της απόφασης.
Τα γεγονότα
Ο Balogun αποβλήθηκε με απευθείας κόκκινη κάρτα στη νίκη των ΗΠΑ επί της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, ύστερα από έλεγχο VAR για ένα μαρκάρισμα που κρίθηκε επικίνδυνο. Κανονικά, αυτό θα σήμαινε αυτόματο αποκλεισμό από το επόμενο παιχνίδι, χωρίς δικαίωμα έφεσης — όπως ίσχυε για κάθε άλλη κόκκινη κάρτα σε αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο. Η Πειθαρχική Επιτροπή της FIFA, όμως, επικαλέστηκε ένα σπάνια χρησιμοποιούμενο άρθρο του πειθαρχικού της κώδικα και ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής για δοκιμαστική περίοδο ενός έτους. Ο Trump πανηγύρισε δημόσια την απόφαση, ευχαριστώντας τη FIFA που «επανόρθωσε μια μεγάλη αδικία». Το Βέλγιο αντέδρασε έντονα, χαρακτηρίζοντας την απόφαση αντίθετη με τους κανονισμούς του ίδιου του Παγκοσμίου Κυπέλλου και ζητώντας διερεύνηση κάθε πιθανής προσφυγής.
Το δίλημμα: Διακριτική ευχέρεια ή πολιτική παρέμβαση;
Υπάρχουν δύο εντελώς διαφορετικοί τρόποι να διαβάσει κανείς αυτό το επεισόδιο.
Η πρώτη ανάγνωση λέει ότι η FIFA απλώς άσκησε μια εξουσία που ήδη διέθετε. Ο ίδιος μηχανισμός είχε χρησιμοποιηθεί πρόσφατα και για τον Cristiano Ronaldo, του οποίου η τρίμηνη ποινή μειώθηκε σε μία αγωνιστική συν δοκιμαστική περίοδο, λόγω του καθαρού ιστορικού του. Από αυτή την οπτική, η υπόθεση Balogun δεν είναι πρωτόγνωρη κατάχρηση εξουσίας, αλλά συνέπεια ενός κανόνα που ήδη υπήρχε και απλώς σπάνια εφαρμόζεται.
Η δεύτερη ανάγνωση είναι πολύ πιο δύσπιστη. Το γεγονός ότι η αλλαγή ήρθε αμέσως μετά από τηλεφώνημα του προέδρου των ΗΠΑ —χώρας συνδιοργανώτριας του τουρνουά— προς τον επικεφαλής της FIFA, δημιουργεί την εντύπωση ότι η αθλητική δικαιοσύνη μπορεί να κάμπτεται όταν εμπλέκεται πολιτική εξουσία. Ο Βέλγος προπονητής Rudi Garcia το εξέφρασε καυστικά, μιλώντας για κατάσταση σαν να ήταν Πρωταπριλιά, ενώ η βελγική ομοσπονδία επικαλέστηκε ρητά άρθρα των κανονισμών που, κατά τη γνώμη της, καθιστούν την απόφαση παράνομη.
Γιατί έχει σημασία πέρα από ένα ματς
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό δεν αφορά μόνο τον Balogun. Αφορά το προηγούμενο που δημιουργείται όταν ένας θεσμός όπως η FIFA, που ισχυρίζεται ότι εφαρμόζει κανόνες ενιαία σε όλες τις ομοσπονδίες, φαίνεται να αλλάζει πορεία μετά από παρέμβαση πολιτικής ηγεσίας, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα για την ανεξαρτησία της διαδικασίας. Αν η αντίληψη επικρατήσει ότι οι αποφάσεις της FIFA μπορούν να «διαπραγματευτούν» τηλεφωνικά, το κόστος δεν το πληρώνει μόνο το Βέλγιο σε ένα παιχνίδι, αλλά η ίδια η αξιοπιστία της διοργάνωσης.
Και οι δύο πλευρές έχουν επιχειρήματα
Οι υποστηρικτές της απόφασης θα πουν ότι η αρχική κόκκινη κάρτα ήταν ήδη αμφιλεγόμενη, ότι η FIFA έχει κάθε δικαίωμα να ασκεί επιείκεια, και ότι η κριτική εναντίον της απόφασης βασίζεται περισσότερο σε πολιτική δυσαρέσκεια απέναντι στον Trump παρά σε αντικειμενική ανάλυση του κανονισμού. Οι επικριτές θα απαντήσουν ότι η χρονική συγκυρία και η ίδια η δημόσια ανακοίνωση του Trump καθιστούν δύσκολο να μιλήσουμε για «σύμπτωση», και ότι κανένας θεσμός δεν πρέπει να φαίνεται να λυγίζει υπό πολιτική πίεση, ανεξαρτήτως αν η αρχική απόφαση ήταν σωστή ή λάθος.
Το τελικό συμπέρασμα, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες υποθέσεις, δεν θα κριθεί από την κάλπη ή το γήπεδο, αλλά από το αν το Βέλγιο ή άλλες ομοσπονδίες θα επιχειρήσουν να θέσουν επίσημα το ζήτημα στα αρμόδια όργανα της FIFA ή, ενδεχομένως, στο CAS το επόμενο διάστημα.

