Τις εκτιμήσεις της Μόσχας για τις επιπτώσεις των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, τις προοπτικές των ρωσοαμερικανικών σχέσεων και τις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία παρουσίασε ο διευθυντής του Τμήματος Βόρειου Ατλαντικού του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Αλεξάντερ Γκουσάροφ, σε συνέντευξή του στο πρακτορείο ειδήσεων Interfax, στις 7 Νοεμβρίου 2026.
Αναφερόμενος στις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο των ΗΠΑ, ο Ρώσος διπλωμάτης υποστήριξε ότι ολοκληρώθηκαν με «πειστική νίκη» των εκπροσώπων του Δημοκρατικού Κόμματος, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι η Μόσχα δεν προτίθεται να βιαστεί να αξιολογήσει τις πιθανές επιπτώσεις του αποτελέσματος στις διμερείς σχέσεις.
Όπως σημείωσε, η ρωσική πλευρά θεωρεί ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα συνεχίσει την εξωτερική πολιτική που έχει διακηρύξει ο Ντόναλντ Τραμπ. Παράλληλα, ανέφερε ότι ο διμερής διάλογος συνεχίζεται σε διαφορετικά επίπεδα και για ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος.
Ο Γκουσάροφ εκτίμησε, επίσης, ότι το νέο Κογκρέσο θα εξακολουθήσει να επηρεάζεται από την αντιρωσική συναίνεση που, κατά τη διατύπωσή του, έχει διαμορφωθεί στο εσωτερικό του αμερικανικού νομοθετικού σώματος.
Η στάση των ΗΠΑ στον πόλεμο της Ουκρανίας
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα του ρόλου των ΗΠΑ στις προσπάθειες επίλυσης του πολέμου στην Ουκρανία, αμφισβητώντας τον χαρακτηρισμό της Ουάσιγκτον ως αμερόληπτου διαμεσολαβητή.
Για να υποστηρίξει τη θέση του, επικαλέστηκε δήλωση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, κατά την οποία οι ΗΠΑ δεν αποτελούν ουδέτερο μεσολαβητή, καθώς προμηθεύουν όπλα στην Ουκρανία και επιβάλλουν κυρώσεις στη Ρωσία.
Ο Ρώσος διπλωμάτης υποστήριξε ακόμη ότι η αμερικανική στρατιωτική και μυστική εμπλοκή στην πλευρά των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων είναι γνωστή στη Μόσχα, προσθέτοντας ότι οι ουκρανικές επιθέσεις μεγάλης ακρίβειας σε βάθος της ρωσικής επικράτειας δεν θα ήταν δυνατές χωρίς αμερικανικές πληροφορίες και υλικοτεχνική υποστήριξη.
Αναφερόμενος στον ρόλο των ευρωπαϊκών χωρών, υποστήριξε ότι δεν διαθέτουν την αντίστοιχη στρατιωτική και πληροφοριακή δυνατότητα για να διεκδικήσουν ισότιμη θέση στις διαπραγματεύσεις.
Αντίθετα, εξέφρασε την εκτίμηση της Μόσχας ότι η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση, σε σύγκριση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις των Δημοκρατικών, δεν περιορίζεται σε δηλώσεις υπέρ της διπλωματικής επίλυσης, αλλά δρα και στην πράξη προς αυτή την κατεύθυνση.
Οι διαπραγματεύσεις στο Αμπού Ντάμπι και το ζήτημα της ασφάλειας
Ο Γκουσάροφ δήλωσε ότι η Ρωσία δεν έχει απορρίψει ποτέ τη διαπραγματευτική επίλυση της σύγκρουσης, ακόμη και όταν οι συνομιλητές της εμφανίζονται αδιάλλακτοι.
Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι διατηρούνται οι πιθανότητες για διπλωματική διευθέτηση και ότι προετοιμάζονται τριμερείς συνομιλίες στο Αμπού Ντάμπι, με τη συμμετοχή απεσταλμένων του Λευκού Οίκου.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στην ανθρωπιστική διάσταση της εκεχειρίας στην Αλιόσκι, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στην προσωπική συμβολή της πρώτης κυρίας των ΗΠΑ, Μελάνια Τραμπ, στην επίτευξή της.
Ξεκαθάρισε, επίσης, ότι η Ρωσική Ομοσπονδία δεν πρόκειται να εξαρτήσει την προστασία των ζωτικών συμφερόντων της στον τομέα της ασφάλειας από τους εκλογικούς κύκλους στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Οι κυρώσεις και τα εμπόδια στην οικονομική συνεργασία
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, ο Ρώσος αξιωματούχος αναφέρθηκε στα νομοθετικά εμπόδια που, κατά τη ρωσική πλευρά, περιορίζουν τις δυνατότητες οικονομικής συνεργασίας μεταξύ Μόσχας και Ουάσιγκτον.
Ειδικότερα, έκανε αναφορά στον νόμο CAATSA, που αφορά την αντιμετώπιση των αντιπάλων των ΗΠΑ μέσω κυρώσεων, καθώς και στη νομοθετική πρωτοβουλία που συνδέεται με τον Αμερικανό γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκρέιαμ.
Όπως υποστήριξε, τα συγκεκριμένα νομοθετήματα λειτουργούν ως «άγκυρες», μέσω των οποίων οι επικριτές της Ρωσίας στις ΗΠΑ επιχειρούν να περιορίσουν τις προσπάθειες του Λευκού Οίκου για συνολική εξομάλυνση των διμερών σχέσεων.
Χαρακτήρισε, μάλιστα, την άρση του πλέγματος των περιοριστικών μέτρων ως ιδιαίτερα δύσκολη και μακροχρόνια διαδικασία, εκτιμώντας ότι η συστηματική ρωσοφοβία στο αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο αποτελεί εμπόδιο που δεν μπορεί να ξεπεραστεί άμεσα.
Κλείνοντας, ο Γκουσάροφ δήλωσε ότι η Ρωσία διατηρεί πραγματιστική διάθεση για κοινές πρωτοβουλίες με τις ΗΠΑ, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές εξυπηρετούν τα δικά της συμφέροντα.

