Ανάμεσα στους δεκάδες πολεμιστές που παρελαύνουν στις σελίδες της Ιλιάδας, ο Εύφορβος δεν είναι από τους πιο γνωστούς. Δεν έχει την αίγλη του Έκτορα, ούτε την τραγικότητα του Πάτροκλου. Κι όμως, η μοίρα του συνδέθηκε αιώνες αργότερα με ένα από τα πιο διάσημα ονόματα της αρχαίας φιλοσοφίας: τον Πυθαγόρα. Ο Εύφορβος έγινε ο πρώτος κρίκος σε μια αλυσίδα μεταθανάτιων μεταμορφώσεων που, σύμφωνα με την παράδοση, κατέληξε στον ίδιο τον μεγάλο σοφό της Σάμου.
Ποιος ήταν ο Εύφορβος στην Ιλιάδα
Ο Εύφορβος ήταν γιος του Πάνθου και της Φρόντιδος, αδελφός του γνωστού Τρώα σύμβουλου Πουλυδάμαντα, και θεωρούνταν ένας από τους γενναιότερους πολεμιστές της Τροίας. Ο Όμηρος τον περιγράφει ως έναν ιδιαίτερα όμορφο νέο, με μαλλιά δεμένα με χρυσό και ασήμι, σαν των Χαρίτων.
Η στιγμή που τον έκανε να μπει στην ιστορία της Ιλιάδας συνέβη στο 16ο και 17ο βιβλίο του έπους. Ο Εύφορβος ήταν αυτός που τραυμάτισε πρώτος τον Πάτροκλο, προτού αυτόν τον σκοτώσει τελικά ο Έκτορας. Έπειτα, στη μάχη γύρω από το πτώμα του Πατρόκλου, ο Εύφορβος αναμετρήθηκε με τον Μενέλαο. Στο κείμενο του Ομήρου, ο Εύφορβος στέκεται μπροστά στον Σπαρτιάτη βασιλιά και τον προκαλεί, διεκδικώντας τη δόξα ότι ήταν ο πρώτος Τρώας που κατάφερε να λογχίσει τον Πάτροκλο μέσα στην άγρια σύγκρουση. Η αναμέτρηση, όμως, δεν πήγε καλά για τον νεαρό ήρωα: ο Μενέλαος τον σκότωσε.
Ο Μενέλαος, ως λάφυρο νίκης, πήρε την ασπίδα του νεκρού Εύφορβου. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, αφιέρωσε αργότερα αυτή την ασπίδα στον ναό της Ήρας στο Άργος. Υπάρχει όμως και δεύτερη, εξίσου διαδεδομένη εκδοχή —που θα αποδειχθεί κρίσιμη για την ιστορία που ακολουθεί— σύμφωνα με την οποία ο Μενέλαος αφιέρωσε την ασπίδα στον ναό του Απόλλωνα στα Δίδυμα (Βραγχίδες), κοντά στη Μίλητο.
Η σύνδεση με τον Πυθαγόρα
Αιώνες μετά τον Τρωικό Πόλεμο, ο φιλόσοφος Πυθαγόρας από τη Σάμο έγινε γνωστός, μεταξύ άλλων, για τη διδασκαλία του περί μετεμψύχωσης — την πεποίθηση ότι η ψυχή δεν πεθαίνει μαζί με το σώμα, αλλά μεταναστεύει σε άλλα σώματα, ανθρώπινα ή και ζωικά. Για να τεκμηριώσει τη θεωρία του, ο Πυθαγόρας δεν αρκέστηκε σε αφηρημένα επιχειρήματα: ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος θυμόταν προηγούμενες ζωές του — και ότι μία από αυτές ήταν του Τρώα ήρωα Εύφορβου.
Η αρχαιότερη γνωστή αναφορά σε αυτή την ιστορία αποδίδεται στον Ηρακλείδη τον Ποντικό, μαθητή του Πλάτωνα, όπως τη μεταφέρει αργότερα ο βιογράφος Διογένης Λαέρτιος στο έργο του «Βίοι Φιλοσόφων». Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, ο Πυθαγόρας περιέγραφε μια ολόκληρη αλυσίδα μεταμορφώσεων της ψυχής του: πριν γίνει Εύφορβος, λέγεται πως είχε υπάρξει ο Αιθαλίδης, γιος του Ερμή, από τον οποίο είχε λάβει ως δώρο τη μνήμη όλων των μεταθανάτιων περιπετειών της ψυχής του — σε ποια φυτά και ζώα είχε περάσει, τι είχε βιώσει στον Άδη, και τι υποφέρουν εκεί οι άλλες ψυχές. Έπειτα, η ψυχή αυτή ξαναγεννήθηκε ως Εύφορβος, ο οποίος τραυματίστηκε (και τελικά σκοτώθηκε) από τον Μενέλαο.
Το πιο εντυπωσιακό κομμάτι της ιστορίας, όμως, αφορά αυτό που ακολούθησε: το πώς φέρεται ο Πυθαγόρας να απέδειξε τον ισχυρισμό του.
Η ασπίδα ως «απόδειξη»
Σύμφωνα με τη διήγηση του Διογένη Λαέρτιου, όταν ο Εύφορβος πέθανε, η ψυχή του πέρασε σε έναν άνδρα ονόματι Ερμότιμο, ο οποίος, θέλοντας να επιβεβαιώσει την ιστορία, πήγε στον ναό του Απόλλωνα στις Βραγχίδες, όπου αναγνώρισε την ασπίδα που ο Μενέλαος, επιστρέφοντας από την Τροία, είχε αφιερώσει εκεί — μια ασπίδα τόσο φθαρμένη πια, που είχε απομείνει μόνο η ελεφαντοστέινη επένδυσή της. Μετά τον θάνατο του Ερμότιμου, η ίδια ψυχή πέρασε, σύμφωνα με την παράδοση, σε έναν ψαρά της Δήλου ονόματι Πύρρο, και τελικά στον ίδιο τον Πυθαγόρα, ο οποίος —λέγεται— θυμήθηκε ολόκληρη την αλυσίδα των προηγούμενων ζωών του.
Άλλες εκδοχές του μύθου, όπως αυτή που διασώζει ο περιηγητής Παυσανίας, τοποθετούν την ασπίδα όχι στα Δίδυμα αλλά στον ναό της Ήρας κοντά στις Μυκήνες, όπου ο ίδιος ο Πυθαγόρας φέρεται να την αναγνώρισε προσωπικά, χωρίς τον ενδιάμεσο κρίκο του Ερμότιμου. Η ασυμφωνία αυτή ανάμεσα στις πηγές είναι χαρακτηριστική του πώς λειτουργούσαν οι θρύλοι στην αρχαιότητα: το ίδιο βασικό μοτίβο —μια ψυχή που αναγνωρίζει ένα αντικείμενο από προηγούμενη ζωή της— μεταφερόταν και προσαρμοζόταν από συγγραφέα σε συγγραφέα.
Η ιστορία διασώζεται και στη ρωμαϊκή γραμματεία. Ο Οβίδιος, στις «Μεταμορφώσεις» του, βάζει τον ίδιο τον Πυθαγόρα να αφηγείται πως κάποτε υπήρξε ο Εύφορβος που σκοτώθηκε από τον Μενέλαο στον Τρωικό Πόλεμο, ενώ και ο λυρικός ποιητής Οράτιος αναφέρεται στο ίδιο επεισόδιο στις Ωδές του.
Γιατί επέλεξε ο Πυθαγόρας ακριβώς τον Εύφορβο
Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Ο Εύφορβος ήταν αρκετά γνωστός από την Ιλιάδα ώστε το κοινό να αναγνωρίζει αμέσως το όνομα, αλλά όχι τόσο κεντρικός χαρακτήρας ώστε ο ισχυρισμός να φαντάζει προσβλητικά υπερβολικός (σε αντίθεση, ας πούμε, με το να ισχυριστεί κανείς ότι υπήρξε ο ίδιος ο Αχιλλέας ή ο Έκτορας). Παράλληλα, το γεγονός ότι ο Εύφορβος ήταν Τρώας, δηλαδή «ανατολίτης», ενώ ο Πυθαγόρας έζησε και δίδαξε στον ελληνικό κόσμο της Ιωνίας και της Κάτω Ιταλίας, επέτρεπε μια συμβολική αφήγηση: από Τρώας πολεμιστής σε Ίωνα φιλόσοφο, από άνδρα των όπλων σε άνδρα της σκέψης.
Μελετητές έχουν επίσης παρατηρήσει ότι ο ρόλος του Εύφορβου μέσα στην ίδια την Ιλιάδα είναι κάπως «κατασκευασμένος» για τη συγκεκριμένη σκηνή, σχεδόν σαν διπλότυπο του Πάριδος —και οι δύο περιγράφονται με έμφαση στην ομορφιά και τα μαλλιά τους, και οι δύο συνδέονται έμμεσα με τον θάνατο σημαντικών Αχαιών ηρώων. Αυτή η κάπως «ρευστή» ταυτότητα του χαρακτήρα μέσα στο έπος τον καθιστούσε ίσως ιδανικό υλικό για μεταγενέστερους θρύλους.
Η απεικόνιση στην τέχνη: η πινακίδα του Εύφορβου
Η δημοτικότητα της σκηνής θανάτου του Εύφορβου δεν περιορίστηκε στη λογοτεχνία. Ένα από τα πιο σημαντικά τεκμήρια πρώιμης ελληνικής αγγειογραφίας που έχουν διασωθεί είναι η λεγόμενη «πινακίδα του Εύφορβου» (Euphorbos plate), ένα ανατολικο-ελληνικό πινάκιο του 7ου αιώνα π.Χ. σε ανατολίζον ύφος, που βρέθηκε στην Καμειρο της Ρόδου και σήμερα φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο. Το έργο απεικονίζει τη μονομαχία ανάμεσα στον Μενέλαο και τον Έκτορα πάνω από το πτώμα του Εύφορβου — μια από τις πρώτες γνωστές εικαστικές αναπαραστάσεις οποιουδήποτε επεισοδίου της Ιλιάδας, στοιχείο που δείχνει πόσο νωρίς είχε παγιωθεί η ομηρική αφήγηση στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων.
Τι σημαίνει σήμερα αυτός ο μύθος
Η ιστορία του Εύφορβου δεν αξίζει να διαβάζεται μόνο ως μια περίεργη ανέκδοτη λεπτομέρεια στη βιογραφία του Πυθαγόρα. Αποτελεί ένα σπάνιο παράδειγμα του πώς η αρχαία ελληνική σκέψη προσπαθούσε να «αποδείξει» φιλοσοφικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις μέσα από συγκεκριμένα, υλικά τεκμήρια —μια ασπίδα, έναν ναό, μια επιγραφή— σε μια εποχή που η μετεμψύχωση δεν ήταν αυτονόητη ιδέα για τους Έλληνες, αλλά μάλλον επιρροή από ανατολικές ή θρακικές παραδόσεις, την οποία ο Πυθαγόρας φαίνεται να ενσωμάτωσε και να συστηματοποίησε στη δική του διδασκαλία.
Ταυτόχρονα, η ιστορία δείχνει πόσο ρευστά ήταν τα όρια ανάμεσα σε έπος, μύθο και φιλοσοφία στον αρχαίο ελληνικό κόσμο: ένας δευτερεύων ήρωας της Ιλιάδας, που πέθανε μέσα σε λίγους στίχους, βρέθηκε αιώνες αργότερα στο επίκεντρο μιας από τις πιο φιλόδοξες φιλοσοφικές θεωρίες της αρχαιότητας — αυτής της αθανασίας και της μετάβασης της ψυχής.
