Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Πέτερ Μάγιαρ εντείνει την πίεση προς τις Βρυξέλλες, ζητώντας να σταματήσει το ημερήσιο πρόστιμο του 1 εκατομμυρίου ευρώ που επιβλήθηκε στη χώρα για τη μεταναστευτική της πολιτική, καθώς και να επιστραφούν χρήματα που έχουν ήδη καταβληθεί.
Το 2024, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέβαλε στην Ουγγαρία πρόστιμο 200 εκατομμυρίων ευρώ και επιπλέον 1 εκατομμύριο ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης, επειδή η κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν δεν είχε εφαρμόσει προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου του 2020 σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου, την κράτηση σε ζώνες διέλευσης και την επιστροφή υπηκόων τρίτων χωρών.
Η Ουγγαρία είχε περιορίσει δραστικά την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, μεταξύ άλλων επιτρέποντας την υποβολή αιτήσεων κυρίως μέσω της ουγγρικής πρεσβείας στο Βελιγράδι, ενώ η πρόσβαση στα σύνορα παρέμενε αυστηρά ελεγχόμενη.
Τα συνολικά ποσά των προστίμων έχουν πλέον ξεπεράσει το 1 δισεκατομμύριο ευρώ.
Μετά τη νίκη του στις εκλογές του Απριλίου, ο Πέτερ Μάγιαρ ανέλαβε την πρωθυπουργία και δεσμεύτηκε να επιδιώξει γρήγορη επίλυση της διαφοράς με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέχρι τον Ιούλιο, το επιπλέον ημερήσιο πρόστιμο που είχε συσσωρευτεί από την ανάληψη των καθηκόντων του ανερχόταν σε περίπου 69 εκατομμύρια ευρώ.
Ο Μάγιαρ χαρακτηρίζει το πρόστιμο άδικο και απαράδεκτο, υποστηρίζοντας ότι το ευρωπαϊκό μεταναστευτικό τοπίο έχει αλλάξει σημαντικά από το 2016 και ότι πολλές χώρες έχουν υιοθετήσει πλέον αυστηρότερες πολιτικές. Κατά την άποψή του, η θέση της Ουγγαρίας ήταν σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένη.
Παράλληλα, ζητά την επιστροφή περίπου 2 δισεκατομμυρίων ευρώ από ευρωπαϊκούς πόρους ανάκαμψης που, σύμφωνα με τον ίδιο, έχουν παρακρατηθεί λόγω καθυστερήσεων και μη τήρησης σχετικών προθεσμιών. Πρόκειται για αίτημα της ουγγρικής κυβέρνησης και όχι για συμφωνημένη επιστροφή χρημάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο Μάγιαρ έχει ξεκαθαρίσει ότι θέλει να διατηρήσει τον συνοριακό φράχτη και τους αυστηρούς ελέγχους στα σύνορα, ενώ το θέμα συζητήθηκε και στη συνάντησή του με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα στις 2 Σεπτεμβρίου.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι υπάρχει στενή και εποικοδομητική επικοινωνία με τη νέα ουγγρική κυβέρνηση. Σε ερώτηση σχετικά με το αν τα ήδη καταβληθέντα πρόστιμα θα μπορούσαν να συμψηφιστούν με μελλοντικές ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, εκπρόσωπος της Επιτροπής τόνισε ότι η Ουγγαρία θα πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσει τις παρατηρήσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ.
Στο τραπέζι βρίσκεται, μεταξύ άλλων, η πιθανότητα να λήξουν δύο προσωρινοί ουγγρικοί μεταναστευτικοί νόμοι, χωρίς να αλλάξει η συνολική πολιτική ελέγχου των συνόρων. Ωστόσο, ειδικοί εκτιμούν ότι μια τέτοια κίνηση ενδέχεται να μην είναι από μόνη της αρκετή για να θεωρηθεί ότι η Ουγγαρία έχει συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση του Δικαστηρίου.
Ο Μάγιαρ εμφανίζεται πάντως αισιόδοξος ότι μπορεί να βρεθεί λύση και να ανακτηθούν χρήματα που έχει καταβάλει ή στερηθεί η Ουγγαρία, ενώ μια πιθανή διευθέτηση θα μπορούσε να συνδεθεί και με τις διαπραγματεύσεις για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της ΕΕ. Δεν υπάρχει, ωστόσο, μέχρι σήμερα συμφωνημένος μηχανισμός συμψηφισμού.
Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Πέτερ Μάγιαρ, εντείνει τις πιέσεις προς τις Βρυξέλλες για την κατάργηση του ημερήσιου προστίμου του ενός εκατομμυρίου ευρώ που επιβλήθηκε στη χώρα του λόγω της μεταναστευτικής της πολιτικής, ζητώντας παράλληλα και την επιστροφή χρημάτων που έχει ήδη καταβάλει η Βουδαπέστη.
Πώς ξεκίνησε η διαφορά με τις Βρυξέλλες
Η υπόθεση έχει τις ρίζες της στο 2024, όταν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέβαλε στην Ουγγαρία εφάπαξ πρόστιμο 200 εκατομμυρίων ευρώ, μαζί με ημερήσια ποινή, επειδή η τότε κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν δεν είχε συμμορφωθεί με απόφαση του Δικαστηρίου του 2020 σχετικά με τη μεταναστευτική πολιτική. Το δικαστήριο είχε κρίνει ότι η Ουγγαρία παραβίαζε το ενωσιακό δίκαιο, μη διασφαλίζοντας το δικαίωμα δίκαιης μεταχείρισης σε αιτούντες άσυλο. Η χώρα είχε τότε κατασκευάσει φράχτη στα σύνορα με τη Σερβία, ενώ οι αιτήσεις ασύλου έπρεπε να κατατίθενται αποκλειστικά στο ουγγρικό προξενείο στο Βελιγράδι — με τη συντριπτική πλειονότητά τους να απορρίπτεται. Συνολικά, η Ουγγαρία έχει επιβαρυνθεί με πρόστιμα άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ.
Αλλαγή σκυτάλης στη Βουδαπέστη
Μετά τη νίκη του σε εκλογές τον Απρίλιο, ο Πέτερ Μάγιαρ ανέλαβε την πρωθυπουργία, είχε δε δεσμευτεί να διευθετήσει γρήγορα το ζήτημα των ημερήσιων προστίμων. Ωστόσο, από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του, η χώρα έχει επιβαρυνθεί με επιπλέον 69 εκατομμύρια ευρώ σε ποινές.
Τα επιχειρήματα Μάγιαρ
Μιλώντας πρόσφατα σε κυβερνητική ενημέρωση, ο Μάγιαρ χαρακτήρισε τη μεταχείριση της χώρας του «εξαιρετικά άδικη», υποστηρίζοντας ότι το ευρωπαϊκό τοπίο γύρω από τη μετανάστευση έχει αλλάξει ριζικά από το 2016. Παραδέχθηκε ότι μέρος της ουγγρικής νομοθεσίας που αμφισβήτησε η Κομισιόν είχε ψηφιστεί από την προηγούμενη κυβέρνηση, υποστήριξε όμως ότι πλέον σχεδόν όλα τα κράτη-μέλη κινούνται προς αυστηρότερες πολιτικές ελέγχου της παράτυπης μετανάστευσης. Σε δηλώσεις του σημείωσε ότι η θέση της Ουγγαρίας ήταν, όπως είπε, ουσιαστικά σωστή στην αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης.
Παράλληλα με το αίτημα κατάργησης της ημερήσιας ποινής, ο Μάγιαρ ζητά και την επιστροφή περίπου 2 δισεκατομμυρίων ευρώ από κονδύλια ανάκαμψης που έχουν παγώσει λόγω παρελθόντων ζητημάτων συμμόρφωσης, καθώς και επιστροφή του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ που έχει ήδη καταβληθεί στο πλαίσιο της διαφοράς.
Τι θέλει να διατηρήσει η Ουγγαρία
Σύμφωνα με ουγγρικά μέσα ενημέρωσης, η κυβέρνηση αναζητά μια λύση που θα επιτρέψει να παραμείνει σε ισχύ ο φράχτης στα σύνορα, που κατασκευάστηκε το 2015, καθώς και άλλα στοιχεία του αυστηρού συστήματος ελέγχου, με τρόπο όμως που θα είναι συμβατός με το ενωσιακό δίκαιο. Το θέμα φέρεται να τέθηκε και στη συνάντηση του Μάγιαρ με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, στις 2 Σεπτεμβρίου.
Η αντίδραση της Κομισιόν
Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωσε ότι βρίσκεται σε «στενή και εποικοδομητική» επικοινωνία με τις ουγγρικές αρχές σχετικά με το πρόστιμο. Ερωτηθείς αν τα ήδη καταβληθέντα πρόστιμα θα μπορούσαν να αντισταθμιστούν μέσω του επόμενου επταετούς προϋπολογισμού της ΕΕ, ο εκπρόσωπος παρέπεμψε στην ανάγκη η Ουγγαρία να ανταποκριθεί πρώτα στις ανησυχίες που είχε διατυπώσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Τι ακολουθεί
Το ζήτημα παραμένει ανοιχτό, καθώς οποιαδήποτε λύση —είτε μέσω τροποποίησης της ουγγρικής νομοθεσίας είτε μέσω διευθέτησης στο πλαίσιο του νέου ενωσιακού προϋπολογισμού, ο οποίος απαιτεί ομοφωνία των κρατών-μελών— θα χρειαστεί χρόνο για να οριστικοποιηθεί. Ο Μάγιαρ έχει εκφράσει πάντως αισιοδοξία ότι η Ουγγαρία θα καταφέρει τελικά να ανακτήσει τα χρήματα.
