Νέα επικίνδυνη κλιμάκωση καταγράφεται στα Στενά του Ορμούζ, με το Ιράν να ανακοινώνει διαδοχικά περιστατικά με δεξαμενόπλοια που φέρονται να χτυπήθηκαν από θαλάσσιες νάρκες. Την ίδια ώρα, η Ουάσιγκτον εξετάζει το ενδεχόμενο νέων στρατιωτικών πληγμάτων, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπει τις προσπάθειες διπλωματικής προσέγγισης με την Τεχεράνη.
Νέες αναφορές για δεξαμενόπλοια που χτυπήθηκαν από νάρκες
Την Πέμπτη, οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC) και ο τακτικός ιρανικός στρατός προχώρησαν σε ξεχωριστές ανακοινώσεις, υποστηρίζοντας ότι τέσσερα δεξαμενόπλοια χτυπήθηκαν από θαλάσσιες νάρκες στην ευρύτερη περιοχή των Στενών του Ορμούζ.
Σύμφωνα με τους Φρουρούς της Επανάστασης, τρία πλοία πήραν φωτιά σε νότια θαλάσσια διαδρομή κοντά στις ακτές του Ομάν, την οποία η Τεχεράνη χαρακτηρίζει «μη εγκεκριμένη». Ο ιρανικός στρατός έκανε λόγο για ένα ακόμη πλοίο που φέρεται να τυλίχθηκε στις φλόγες ανατολικά των Στενών.
Οι Φρουροί υποστήριξαν ότι τα τρία πλοία είχαν απενεργοποιήσει τα ραντάρ και τα συστήματα πλοήγησής τους, ενώ αγνόησαν τις προειδοποιήσεις πριν προσκρούσουν στις νάρκες. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.
Την Παρασκευή ακολούθησαν νέες ανακοινώσεις από την ιρανική πλευρά. Το ναυτικό των Φρουρών της Επανάστασης υποστήριξε ότι σταμάτησε δύο δεξαμενόπλοια τα οποία κινούνταν σε «μη εγκεκριμένες διαδρομές», ενώ ανέφερε ότι ένα ακόμη υπερδεξαμενόπλοιο πήρε φωτιά έπειτα από πρόσκρουση σε νάρκη.
Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις των Φρουρών, το συγκεκριμένο πλοίο μετέφερε περισσότερα από δύο εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου. Ωστόσο, δεν υπάρχει ανεξάρτητη επιβεβαίωση για τον αριθμό των πλοίων ή τις συνθήκες των περιστατικών.
Η επίθεση στο Louise 1 και η διάσωση 25 ναυτικών
Ανεξάρτητη επιβεβαίωση υπάρχει για την επίθεση στο δεξαμενόπλοιο Louise 1, με σημαία Παναμά, το οποίο χτυπήθηκε αργά το βράδυ της Πέμπτης.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλούνται πηγές ναυτιλιακής ασφάλειας, δύο εκρηκτικοί μηχανισμοί τύπου limpet mines προσαρτήθηκαν στο κύτος του πλοίου από μικρό σκάφος, προκαλώντας πυρκαγιά στο μηχανοστάσιο. Το πλήρωμα είναι ασφαλές και η φωτιά κατασβέστηκε.
Η βρετανική υπηρεσία ναυτιλιακών επιχειρήσεων UKMTO επιβεβαίωσε το περιστατικό, χωρίς να αποδώσει την ευθύνη σε κάποια πλευρά. Μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει ανάληψη ευθύνης για την επίθεση.
Παράλληλα, το ναυτικό του Ομάν ανακοίνωσε ότι διέσωσε 25 ναυτικούς από το πλοίο RIT1, με σημαία Παναμά, το οποίο δέχθηκε επίθεση και εκδηλώθηκε πυρκαγιά κοντά στην επαρχία Μουσαντάμ, σε απόσταση περίπου 1,6 ναυτικών μιλίων από τις ακτές.
Οι αρχές του Ομάν δεν έχουν διευκρινίσει ποιος βρίσκεται πίσω από την επίθεση. Δεν έχει επίσης επιβεβαιωθεί ότι το περιστατικό συνδέεται με εκείνο του Louise 1.
Η αντιπαράθεση για τις θαλάσσιες νάρκες
Οι ιρανικές ανακοινώσεις αμφισβητούν ευθέως τους ισχυρισμούς της αμερικανικής πλευράς σχετικά με την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.
Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) είχε ανακοινώσει ότι οι αμερικανικές δυνάμεις καθάρισαν από νάρκες τις βασικές θαλάσσιες διαδρομές διέλευσης.
Ο εκπρόσωπος των Φρουρών της Επανάστασης, Χοσεΐν Μοχεμπί, κάλεσε την Ουάσιγκτον να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της με ανεξάρτητα στοιχεία και όχι μόνο με επίσημες ανακοινώσεις.
Σε προηγούμενη αντιπαράθεση για την κατάσταση στα Στενά, η CENTCOM είχε χαρακτηρίσει ψευδείς τους ιρανικούς ισχυρισμούς σχετικά με την τοποθέτηση ναρκών, υποστηρίζοντας ότι το Ιράν χρησιμοποιεί πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη στις επιθέσεις του στην περιοχή.
Άνοδος στις τιμές του πετρελαίου
Η νέα ένταση στα Στενά του Ορμούζ επηρέασε και τις διεθνείς αγορές ενέργειας, με τις τιμές του πετρελαίου να καταγράφουν άνοδο την Παρασκευή.
Η ανησυχία για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας σε μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη ενισχύει την αβεβαιότητα στην αγορά. Εφόσον διατηρηθεί η ανοδική τάση, ο Οκτώβριος θα είναι ο τέταρτος συνεχόμενος μήνας αύξησης των τιμών.
Στο τραπέζι νέες στρατιωτικές επιθέσεις των ΗΠΑ
Την ίδια στιγμή, η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει τις στρατιωτικές επιλογές της απέναντι στο Ιράν.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, ο επικεφαλής της CENTCOM, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, ενημέρωσε την Πέμπτη τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ για πιθανά νέα στρατιωτικά πλήγματα κατά ιρανικών στόχων.
Οι New York Times είχαν μεταδώσει την προηγούμενη εβδομάδα ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν καταρτίσει κοινά σχέδια για ενδεχόμενες επιθέσεις μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Παράλληλα, το ισραηλινό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο Kan μετέδωσε ότι την Πέμπτη δέκα αμερικανικά στρατιωτικά μεταγωγικά αεροσκάφη προσγειώθηκαν στις αεροπορικές βάσεις Ουβντά και Νεβατίμ στην έρημο Νεγκέβ. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, επιπλέον αεροσκάφη στάλθηκαν στην Ιορδανία, τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ.
Οι πληροφορίες αυτές ενισχύουν τις εκτιμήσεις για αυξημένη στρατιωτική ετοιμότητα στην περιοχή, χωρίς να αποτελούν από μόνες τους απόδειξη ότι έχει ληφθεί απόφαση για νέα επίθεση.
Η επιστολή Βανς και η προσπάθεια επανέναρξης των συνομιλιών
Παράλληλα με τις στρατιωτικές προετοιμασίες, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διατηρήσει ανοιχτό τον δίαυλο επικοινωνίας με την Τεχεράνη.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, φέρεται να έστειλε επιστολή στον γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν, Μοχσέν Ρεζαΐ, η οποία παραδόθηκε την Κυριακή μέσω Καταριανών μεσολαβητών.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, η επιστολή περιλαμβάνει πρόταση για απευθείας συνομιλίες, με επικεφαλής της αμερικανικής πλευράς τον ίδιο τον Βανς. Βασικό αντικείμενο των διαπραγματεύσεων θα είναι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το οποίο η Ουάσιγκτον επιδιώκει να τεθεί στο τραπέζι από την αρχή.
Αξιωματούχος δήλωσε στο Reuters ότι οι Καταριανοί μεσολαβητές επέστρεψαν την Παρασκευή στην Τεχεράνη για συνομιλίες, σε συντονισμό με τις ΗΠΑ.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ιρανικής Βουλής, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γαλιμπάφ, δήλωσε ότι οποιαδήποτε πρόοδος στις διαπραγματεύσεις προϋποθέτει την ικανοποίηση επτά όρων που έχει θέσει η ιρανική πλευρά.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η άρση των κυρώσεων, ο τερματισμός του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών, εγγυήσεις για τον τερματισμό των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων και η αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων.
Ο Βανς, από την πλευρά του, δήλωσε την Πέμπτη στο Fox News ότι ο πρόεδρος Τραμπ δεν πρόκειται να επιτρέψει η σύγκρουση να εξελιχθεί σε έναν «ατέρμονο πόλεμο».
Διχασμένοι οι αναλυτές για την επόμενη ημέρα
Οι εκτιμήσεις για την πορεία της κρίσης παραμένουν αντικρουόμενες.
Ο Αντρέας Κριγκ του King’s College London εκτιμά ότι η πρόταση του Βανς για απευθείας συνομιλίες αποτελεί ένδειξη πως η αμερικανική πλευρά επανεξετάζει τη στρατηγική της.
Αντίθετα, ο Πολ Μάσγκρεϊβ του Georgetown University στο Κατάρ θεωρεί ότι οι ΗΠΑ προετοιμάζονται για σημαντικές στρατιωτικές επιθέσεις σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.
Όπως επισημαίνει ο Κριγκ, ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για την επίτευξη συμφωνίας είναι η σειρά με την οποία θα γίνουν τα επόμενα βήματα, αλλά και η βαθιά έλλειψη εμπιστοσύνης της Τεχεράνης απέναντι στην Ουάσιγκτον ως προς την τήρηση των δεσμεύσεών της.
Νέα ένταση και στη Σαουδική Αραβία
Την ίδια ώρα, η ένταση επεκτείνεται και στην αραβική χερσόνησο.
Εκπρόσωπος του συνασπισμού υπό τη Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε ότι η αεράμυνα αναχαίτισε και κατέστρεψε μη επανδρωμένο αεροσκάφος των Χούθι, το οποίο κατευθυνόταν προς την περιοχή της Μέκκας.
Οι Χούθι διέψευσαν ότι πραγματοποίησαν οποιαδήποτε επιχείρηση εναντίον σαουδαραβικού εδάφους την Παρασκευή. Υποστήριξαν ότι οι στόχοι τους περιορίζονται σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και στρατιωτικές βάσεις.
Πώς ξεκίνησε ο πόλεμος
Η σύγκρουση ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026, με αμερικανοϊσραηλινές στρατιωτικές επιθέσεις κατά του Ιράν, δύο ημέρες μετά τις συνομιλίες στη Γενεύη.
Στα αρχικά πλήγματα σκοτώθηκε ο ανώτατος ηγέτης της χώρας, Αλί Χαμενεΐ, τον οποίο διαδέχθηκε ο γιος του, Μοτζταμπά Χαμενεΐ.
Ο πόλεμος έχει πλέον εισέλθει στον όγδοο μήνα, με τα Στενά του Ορμούζ να βρίσκονται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης και τις εξελίξεις να δημιουργούν νέα αβεβαιότητα τόσο για την ασφάλεια της περιοχής όσο και για τη διεθνή ενεργειακή αγορά.

