Η Μορμώ, ο αρχαίος ελληνικός «μπαμπούλας»: η γυναίκα που τρόμαζε τα παιδιά

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

12 Αυγούστου 2026

Πολύ πριν εμφανιστεί ο σύγχρονος «μπαμπούλας», ο Κακός Λύκος και οι αμέτρητες παραλλαγές του παιδικού τέρατος, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν τα δικά τους φόβητρα. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ήταν η Μορμώ — μια γυναικεία δαιμονική μορφή της οποίας το όνομα χρησιμοποιούνταν για να φοβίζουν τα παιδιά.

Δεν επρόκειτο όμως για ένα τέρας με μία και μοναδική, σταθερή ιστορία. Η Μορμώ εμφανίζεται στις αρχαίες πηγές με διαφορετικές μορφές και παραδόσεις: άλλοτε ως απλώς ένα τρομακτικό πλάσμα που επικαλούνται οι ενήλικες για να συνετίσουν τα παιδιά, άλλοτε σε σύνδεση με τη Λάμια και τη Μορμολύκη, και σε μία ιδιαίτερα σκοτεινή παράδοση ως γυναίκα από την Κόρινθο που είχε φάει τα ίδια της τα παιδιά. (OUP Academic)

Ποια ήταν η Μορμώ;

Η Μορμώ ήταν ένα γυναικείο πνεύμα ή φόβητρο της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, συγγενικό ως προς τον ρόλο με μορφές όπως η Λάμια και η Γελώ. Το όνομά της χρησιμοποιούνταν για να προκαλεί φόβο στα παιδιά και να τα κάνει να υπακούν.

Αυτό δεν αποτελεί μεταγενέστερη εικασία. Το Oxford Classical Dictionary χαρακτηρίζει τη Μορμώ ως «vicious female spirit» που χρησιμοποιούνταν για να τρομάζουν τα παιδιά και τη συνδέει με τη Λάμια, τη Γελώ και την Έμπουσα.

Η παρουσία της στη λαϊκή φαντασία φαίνεται ήδη στην αρχαία γραμματεία. Ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί το όνομα Μορμώ στις κωμωδίες του, γεγονός που δείχνει ότι το κοινό του 5ου αιώνα π.Χ. γνώριζε τη μορφή ως κάτι τρομακτικό. Αργότερα, ο Λουκιανός και ο Στράβων τη συνδέουν ακόμη πιο καθαρά με τον κόσμο των παιδικών φόβων.

Η Μορμώ, επομένως, δεν ήταν απαραίτητα ένα «τέρας» με συγκεκριμένη εμφάνιση όπως ένας δράκος ή ένας Κύκλωπας. Ήταν περισσότερο ένα όνομα που συμπύκνωνε τον φόβο — ένα πλάσμα που μπορούσε να πάρει διαφορετικά χαρακτηριστικά ανάλογα με την παράδοση.

Η γυναίκα που έφαγε τα παιδιά της

Εδώ βρίσκεται η πιο σκοτεινή ιστορία που συνδέθηκε με το όνομά της.

Σύμφωνα με μία αρχαία παράδοση που διασώζεται σε σχολιαστικό κείμενο στον ρήτορα Αίλιο Αριστείδη, η Μορμώ ήταν μια γυναίκα από την Κόρινθο που έφαγε τα παιδιά της και στη συνέχεια εξαφανίστηκε πετώντας.

Η παράδοση αυτή είναι πραγματική, αλλά χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: δεν αποτελεί τον μοναδικό ή «επίσημο» μύθο της Μορμώς.

Μια διαφορετική παράδοση, που διασώζεται σε σχολιασμό του Θεόκριτου, συνδέει τη Μορμώ με τη Λάμια, βασίλισσα των Λαιστρυγόνων, η οποία είχε χάσει τα δικά της παιδιά και στράφηκε εναντίον των παιδιών των άλλων. Το Oxford Classical Dictionary καταγράφει και τις δύο παραδόσεις ως διαφορετικές εκδοχές γύρω από τη Μορμώ.

Αυτό είναι σημαντικό: οι αρχαίοι δεν μας παρέδωσαν μία ενιαία «βιογραφία» της Μορμώς. Αντίθετα, διάφορες παραδόσεις προσπάθησαν να εξηγήσουν ποια ήταν αυτή η τρομακτική γυναικεία μορφή που ήδη λειτουργούσε ως φόβητρο.

Μορμώ, Λάμια και Μορμολύκη

Η Μορμώ ανήκει σε μια ολόκληρη οικογένεια γυναικείων δαιμονικών μορφών της ελληνικής παράδοσης.

Στις πηγές συναντάμε τη Λάμια, τη Γελώ, την Έμπουσα και τη Μορμολύκη, μορφές που σε διαφορετικές εποχές και κείμενα παρουσιάζονται ως συγγενικές, ταυτόσημες ή αλληλοεπικαλυπτόμενες.

Ιδιαίτερα στενή είναι η σχέση της Μορμώς με τη Μορμολύκη. Ο Στράβων, μιλώντας για τα τρομακτικά μυθολογήματα που χρησιμοποιούνται στην ανατροφή των παιδιών, αναφέρει τη «Μορμολύκη ή Μορμώ». Η ίδια η σύγχρονη μελέτη της Maria Patera εξετάζει μαζί τις δύο μορφές και τον όρο μορμολύκειον.

Δεν είναι όμως σωστό να αποκαλούμε τη Μορμολύκη «αδελφή» της Μορμώς. Πρόκειται για στενά συνδεδεμένη μορφή/ονομασία, όχι για ασφαλώς τεκμηριωμένη οικογενειακή σχέση.

Υπάρχει επίσης αρχαία παράδοση σύμφωνα με την οποία μια Μορμολύκη ήταν τροφός του Αχέροντα, του ποταμού που συνδέεται με τον Κάτω Κόσμο. Και αυτή όμως αποτελεί ξεχωριστό κομμάτι της παράδοσης και δεν πρέπει να συγχέεται με μια υποτιθέμενη «οικογενειακή ιστορία» της Μορμώς.

Ένα φόβητρο που έφτασε μέχρι το θέατρο

Το ενδιαφέρον με τη Μορμώ δεν περιορίζεται στο ότι τρόμαζε τα παιδιά.

Η ίδια ρίζα συνδέεται με το μορμολύκειον, έναν όρο που μπορούσε να δηλώσει φόβητρο ή τρομακτική μάσκα. Η σχέση ανάμεσα στη Μορμώ, τη Μορμολύκη και το μορμολύκειον έχει μελετηθεί ειδικά από τη Maria Patera, η οποία εξετάζει πώς ένα παιδικό φόβητρο συνδέθηκε με την ιδέα της μάσκας και της τρομακτικής όψης.

Έτσι, ένα όνομα που ξεκίνησε ως λέξη φόβου μπορούσε να αποκτήσει και υλική μορφή: ένα πρόσωπο, μια μάσκα, ένα αντικείμενο που προκαλεί τρόμο.

Η λέξη επιβίωσε και στη νεότερη ελληνική γλώσσα ως «μορμολύκειο», με σημασίες που σχετίζονται με το άσχημο, τρομακτικό ή αποκρουστικό πρόσωπο.

Ο Λουκιανός και ο φόβος των παιδιών

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές μαρτυρίες έρχεται από τον Λουκιανό, τον 2ο αιώνα μ.Χ.

Στον Φιλοψευδή, όταν μιλά για ιστορίες και μυθικά πλάσματα που μπορούν να εντυπωσιάσουν τα παιδιά, αναφέρει τη Μορμώ και τη Λάμια ως ήδη γνωστές μορφές παιδικού φόβου. Η Μορμώ βρίσκεται έτσι στην ίδια νοητή κατηγορία με άλλα τρομακτικά πλάσματα της ελληνικής παράδοσης.

Η μαρτυρία έχει ιδιαίτερη αξία επειδή δείχνει ότι, πολλούς αιώνες μετά τις πρώτες εμφανίσεις της Μορμώς στην αρχαία γραμματεία, το όνομα εξακολουθούσε να είναι κατανοητό ως σύμβολο παιδικού φόβου.

Ο αρχαίος «μπαμπούλας»

Ακόμη πιο σαφής είναι η μαρτυρία του Στράβωνα.

Στα Γεωγραφικά του, ο γεωγράφος συζητά τον τρόπο με τον οποίο οι ιστορίες χρησιμοποιούνται στην ανατροφή των παιδιών. Ανάμεσα στα τρομακτικά μυθολογήματα που αναφέρει βρίσκονται η Λάμια, η Γοργόνα, ο Εφιάλτης και η Μορμολύκη/Μορμώ.

Η ιδέα είναι εντυπωσιακά οικεία: τα παιδιά μαθαίνουν να απορρίπτουν αυτό που θεωρείται κακό μέσα από τρομακτικές αφηγήσεις και εικόνες.

Με άλλα λόγια, η αρχαία ελληνική κοινωνία γνώριζε ήδη κάτι που αναγνωρίζουμε ακόμη και σήμερα: ένα φανταστικό τέρας μπορεί να γίνει ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό εργαλείο πειθαρχίας.

Γιατί ήταν τόσο συχνά γυναικεία αυτά τα τέρατα;

Εδώ χρειάζεται περισσότερη προσοχή.

Πράγματι, πολλές από τις γνωστές μορφές παιδικών φόβητρων στην ελληνική παράδοση είναι γυναικείες —Μορμώ, Λάμια, Γελώ, Έμπουσα και άλλες. Όμως δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι όλες συμβόλιζαν ένα και το αυτό πράγμα ή ότι οι αρχαίοι τις αντιλαμβάνονταν ως έκφραση ενός συγκεκριμένου «φόβου για τη γυναικεία φύση».

Οι σύγχρονοι μελετητές έχουν εξετάσει τις συνδέσεις αυτών των μορφών με τη μητρότητα, την απώλεια παιδιών, τον θάνατο, τη σεξουαλικότητα και το υπερφυσικό, αλλά οι αρχαίες πηγές είναι αποσπασματικές και δεν επιτρέπουν μία ενιαία ερμηνεία.

Η ίδια η ιστορία της Μορμώς δείχνει πόσο εύκολα ένας αρχικός φόβος μπορούσε να αποκτήσει νέες αφηγήσεις: μια γυναίκα που χάνει ή σκοτώνει τα παιδιά της μπορεί να μετατραπεί, μέσα στη φαντασία της κοινότητας, σε ένα ον που απειλεί τα παιδιά όλων των άλλων.

Από τη Μορμώ στον σημερινό «μπαμπούλα»

Η Μορμώ δεν είναι ο «πρώτος μπαμπούλας της ιστορίας» — κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποδειχθεί.

Είναι όμως ένας από τους αρχαιότερους και καλύτερα τεκμηριωμένους ελληνικούς τύπους παιδικού φόβητρου. Το όνομά της εμφανίζεται στην αρχαία λογοτεχνία, χρησιμοποιείται ως απειλητική φιγούρα για παιδιά και επιβιώνει, με διάφορες μεταμορφώσεις, στη μεταγενέστερη ελληνική παράδοση.

Και ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ιστορίας.

Η Μορμώ δεν ήταν απλώς ένα τέρας. Ήταν ένα όνομα που έδινε μορφή στον φόβο. Άλλοτε μπορούσε να είναι μια γυναίκα που έφαγε τα παιδιά της, άλλοτε ένα φάντασμα, άλλοτε μια Μορμολύκη ή απλώς το τρομακτικό πλάσμα που περίμενε στη σκοτεινή γωνία.

Περισσότερα από δύο χιλιετίες αργότερα, η βασική ιδέα παραμένει αναγνωρίσιμη: όταν ένας γονιός λέει σε ένα παιδί «μην πας εκεί, γιατί θα σε πάρει το τέρας», χρησιμοποιεί τον ίδιο πανάρχαιο μηχανισμό — δίνει στον φόβο ένα όνομα και ένα πρόσωπο.