Δίκτυο επιχειρήσεων που φέρεται να λειτουργούσε από το 2016, χρησιμοποιώντας παρένθετα πρόσωπα και διαδοχικές εταιρείες για την αποφυγή φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, αποκαλύφθηκε από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος. Η εκτιμώμενη ζημία ανέρχεται σε περίπου 77 εκατ. ευρώ, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται συνολικά 149 κατηγορούμενοι.
Σε 59 συλλήψεις, μεταξύ των οποίων και του φερόμενου ως αρχηγικού μέλους, προχώρησαν οι αστυνομικές Αρχές στο πλαίσιο μεγάλης επιχείρησης για την εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης που ερευνάται για απάτες σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, εκτεταμένη φοροδιαφυγή, πλαστογραφίες και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Η υπόθεση αφορά ένα εκτεταμένο δίκτυο 430 αλληλοσυνδεόμενων εταιρικών σχημάτων, το οποίο, σύμφωνα με την έρευνα, λειτουργούσε τουλάχιστον από το 2016. Από αυτές τις εταιρείες, οι 340 φέρονται να χρησιμοποιούνταν σε οργανωμένο μηχανισμό αποφυγής φορολογικών, ασφαλιστικών και άλλων οικονομικών υποχρεώσεων.
Στη δικογραφία που σχηματίστηκε περιλαμβάνονται συνολικά 149 κατηγορούμενοι, ενώ η οικονομική ζημία από τη μη καταβολή υποχρεώσεων προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς υπολογίζεται σε 76.960.295,42 ευρώ, χωρίς τις προσαυξήσεις. Οι συνολικές καταγεγραμμένες απαιτητές οφειλές των εταιρειών ξεπερνούν τα 95,5 εκατομμύρια ευρώ.
Επιχείρηση σε εννέα περιοχές της χώρας
Η αποδόμηση του κυκλώματος πραγματοποιήθηκε έπειτα από πολύμηνη έρευνα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (Δ.Α.Ο.Ε.).
Η ευρείας κλίμακας αστυνομική επιχείρηση ξεκίνησε την Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026 και αναπτύχθηκε σε περιοχές της Αττικής, της Ρόδου, της Μυκόνου, των Ιωαννίνων, του Αγρινίου, της Ζακύνθου, της Τρίπολης, της Πάτρας και της Κορίνθου.
Στις επιχειρήσεις συμμετείχαν υπηρεσίες της Δ.Α.Ο.Ε. με έδρα την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και την Κρήτη, καθώς και αστυνομικές υπηρεσίες της Αττικής και της περιφέρειας. Συνδρομή παρείχαν επίσης η Ειδική Κατασταλτική Αντιτρομοκρατική Μονάδα (Ε.Κ.Α.Μ.), η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών και το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή.
Οι 430 εταιρείες και το σύστημα των «αχυρανθρώπων»
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η οργάνωση είχε αναπτύξει ένα πολυσύνθετο επιχειρηματικό δίκτυο με δραστηριότητα κυρίως στην Αττική, τη Ρόδο, τη Μύκονο, τη Λάρισα και την Κόρινθο, ενώ είχαν εντοπιστεί οικονομικές και επιχειρησιακές διασυνδέσεις στη Βουλγαρία, την Ιρλανδία και τη Δανία.
Οι εταιρείες εμφανίζονταν ως αυτοτελείς επιχειρηματικές οντότητες, ωστόσο, κατά την αστυνομική έρευνα, βρίσκονταν υπό τον έλεγχο κοινών πραγματικών διαχειριστών. Για να αποκρύπτεται η ταυτότητα των προσώπων που ασκούσαν τον ουσιαστικό έλεγχο, χρησιμοποιούνταν τρίτα πρόσωπα ως τυπικοί νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές, γνωστά ως «αχυράνθρωποι».
Το επιχειρηματικό δίκτυο κάλυπτε πολλούς κλάδους με υψηλό κύκλο εργασιών, μεταξύ των οποίων:
- Νυχτερινά κέντρα διασκέδασης και επιχειρήσεις εστίασης.
- Beach bars και ξενοδοχειακές μονάδες.
- Ταξιδιωτικά γραφεία.
- Αρτοποιεία και επιχειρήσεις ζαχαροπλαστικής.
- Καταστήματα ψυχαγωγίας ενηλίκων.
Βασικό στοιχείο της μεθόδου που περιγράφεται στη δικογραφία ήταν η συσσώρευση χρεών από συγκεκριμένες εταιρείες και η αντικατάστασή τους από νέες επιχειρηματικές οντότητες, οι οποίες συνέχιζαν την ίδια δραστηριότητα υπό τον έλεγχο των ίδιων προσώπων.
Με αυτόν τον τρόπο, οι οικονομικές υποχρεώσεις παρέμεναν στις προηγούμενες εταιρείες, οι οποίες φέρονται να μην είχαν ουσιαστική δυνατότητα αποπληρωμής, ενώ η επιχειρηματική δραστηριότητα μεταφερόταν σε νέα σχήματα.
Ποιες οικονομικές υποχρεώσεις δεν καταβάλλονταν
Οι οφειλές που εντοπίστηκαν αφορούσαν διαφορετικές κατηγορίες υποχρεώσεων προς το Δημόσιο και άλλους φορείς.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα, περιλάμβαναν:
- Ασφαλιστικές εισφορές που δεν καταβάλλονταν.
- Βεβαιωμένες φορολογικές υποχρεώσεις, όπως ΦΠΑ και φόρο εισοδήματος.
- Μισθώματα προς Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.), από συμβάσεις παραχώρησης τμημάτων αιγιαλού και παραλίας.
- Παρακρατούμενους φόρους επί της μισθοδοσίας εργαζομένων που δεν αποδίδονταν.
- Οικονομικές ενισχύσεις με τη μορφή επιστρεπτέας προκαταβολής, οι οποίες δεν επιστρέφονταν.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η μη εκπλήρωση των συγκεκριμένων υποχρεώσεων δεν συνδεόταν με πραγματική οικονομική αδυναμία των επιχειρήσεων, αλλά αποτελούσε μέρος της μεθόδου λειτουργίας του δικτύου.
Ενδεικτικά, παρά την ύπαρξη σημαντικών οφειλών, διαπιστώθηκαν αναλήψεις χρημάτων από εταιρικούς λογαριασμούς, μεταφορές κεφαλαίων μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, καθώς και χορηγήσεις άτοκων δανείων μακράς διάρκειας.
Στην ίδια έρευνα εντοπίστηκαν περιπτώσεις ιδιαίτερα υψηλών αποζημιώσεων απόλυσης προς πρόσωπα που φέρονται να είχαν εμφανιστεί ως εργαζόμενοι για σύντομα χρονικά διαστήματα. Σε μία από αυτές, η δηλωθείσα αποζημίωση ανερχόταν σε περίπου 1,2 εκατομμύρια ευρώ.
Παράλληλα, τα μέλη του δικτύου φέρονται να συνέχιζαν την επέκταση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, να αποκτούσαν ακίνητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, να αγοράζουν πολυτελή αυτοκίνητα και να επενδύουν σε χρηματοοικονομικά προϊόντα.
Η εσωτερική δομή και οι ρόλοι των εμπλεκομένων
Η έρευνα κατέγραψε συγκεκριμένη ιεραρχική διάρθρωση, με διαφορετικούς ρόλους στη διοίκηση, στην οικονομική διαχείριση και στη λειτουργία των εταιρειών.
Στην κορυφή βρισκόταν το αρχηγικό μέλος, το οποίο, σύμφωνα με τα ευρήματα, είχε τον κεντρικό έλεγχο και κατεύθυνε την επιχειρηματική και οικονομική δραστηριότητα.
Στο δίκτυο φέρονται να συμμετείχαν επίσης άτυποι συνεταίροι, οι οποίοι είχαν αφανή συμμετοχή στα εταιρικά σχήματα και λάμβαναν ποσοστά από τα οικονομικά αποτελέσματα, τα οποία κυμαίνονταν, ανάλογα με την περίπτωση, από 20% έως 25%.
Παράλληλα, υπήρχε κεντρικός επιχειρησιακός πυρήνας, με αρμοδιότητες που αφορούσαν τη δημιουργία εταιρειών, την εξεύρεση παρένθετων διαχειριστών, τη διεκπεραίωση οικονομικών συναλλαγών και την οργάνωση του συνολικού δικτύου.
Ξεχωριστοί λειτουργικοί κόμβοι στην Αττική, τη Ρόδο και τη Μύκονο παρείχαν λογιστική, φορολογική, ασφαλιστική και διοικητική υποστήριξη στις επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα παρένθετα πρόσωπα, τα οποία εμφανίζονταν ως νόμιμοι εκπρόσωποι ή διαχειριστές χωρίς, σύμφωνα με τα ευρήματα, να ασκούν πραγματικό έλεγχο στις εταιρείες.
Σε αρκετές περιπτώσεις, τα πρόσωπα αυτά φέρονται να προέρχονταν από οικονομικά ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και να παραχωρούσαν τα προσωπικά τους στοιχεία έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε διαδικασίες σύστασης και διαχείρισης επιχειρήσεων.
Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι για τη δημιουργία ορισμένων εταιρικών σχημάτων είχαν χρησιμοποιηθεί στοιχεία ταυτότητας που δεν αντιστοιχούσαν σε υπαρκτά φυσικά πρόσωπα.
Εικονικές έδρες σε 32 διευθύνσεις και διακίνηση χρημάτων
Για τη λειτουργία του μηχανισμού φέρεται να χρησιμοποιούνταν 32 διευθύνσεις στην Αττική ως κοινές εικονικές εταιρικές έδρες.
Παράλληλα, σύμφωνα με την αστυνομία, καταρτίζονταν έγγραφα, εξουσιοδοτήσεις και δικαιολογητικά για τη σύσταση και τη διαχείριση των επιχειρήσεων, ενώ αξιοποιούνταν τραπεζικοί λογαριασμοί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονταν η χρήση τερματικών POS, οι διατραπεζικές μεταφορές και οι εικονικές συναλλαγές μεταξύ εταιρειών του δικτύου.
Μέσω αυτών των πρακτικών φέρεται να επιδιωκόταν η απόκρυψη των πραγματικών οικονομικών ροών, των δικαιούχων και των εσόδων των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται μικρότερη φορολογητέα ύλη.
Η συγκεκριμένη πρακτική, σύμφωνα με την έρευνα, επέτρεπε στις επιχειρήσεις να περιορίζουν τεχνητά τις φορολογικές και ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις, αποκτώντας παράλληλα πλεονέκτημα έναντι ανταγωνιστικών επιχειρήσεων που εκπλήρωναν κανονικά τις οικονομικές τους υποχρεώσεις.
Τα ποσά της ζημίας και τα ευρήματα των φορολογικών ελέγχων
Τα οικονομικά δεδομένα που συγκεντρώθηκαν από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και τον e-Ε.Φ.Κ.Α. αποτυπώνουν το μέγεθος των οφειλών που συνδέονται με την υπόθεση.
Η συνολική ζημία από τη μη καταβολή οικονομικών υποχρεώσεων υπολογίζεται σε 76.960.295,42 ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται οι προσαυξήσεις.
Αναλυτικά:
- 38.177.451,83 ευρώ αφορούν βασικές ληξιπρόθεσμες οφειλές.
- 38.782.843,59 ευρώ αφορούν οφειλές προς τον e-Ε.Φ.Κ.Α.
Επιπλέον, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του Σεπτεμβρίου 2026, οι συνολικές καταγεγραμμένες απαιτητές οφειλές των εταιρειών για τις οποίες εντοπίστηκαν οικονομικά δεδομένα ανέρχονται σε 95.557.335,09 ευρώ.
Ιδιαίτερα σημαντικά είναι και τα ευρήματα από δειγματοληπτικούς οικονομικούς και φορολογικούς ελέγχους σε επιχειρήσεις της Αττικής, της Μυκόνου και της Ρόδου, οι οποίοι αφορούσαν φορολογικές χρήσεις από το 2020 έως το 2025.
Από τους ελέγχους προέκυψαν ενδείξεις για:
- Απόκρυψη εκτιμώμενων καθαρών κερδών ύψους 30.519.402,73 ευρώ.
- Μη δηλωθείσες ή αποκρυβείσες φορολογητέες εκροές ύψους 43.295.172,62 ευρώ.
Μέχρι στιγμής έχουν προσδιοριστεί 26 περιπτώσεις κακουργηματικής φοροδιαφυγής. Τα σχετικά ποσά φόρων, μαζί με την επιπλέον περίπτωση για την οποία έχει υποβληθεί μηνυτήρια αναφορά, ανέρχονται συνολικά σε 11.757.434,91 ευρώ. Οι φορολογικοί έλεγχοι βρίσκονται σε εξέλιξη.
Ακίνητα εκατομμυρίων και πολυτελή οχήματα
Η οικονομική έρευνα εντόπισε επίσης ενδείξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, μέσα από την απόκτηση και μεταβίβαση ακινήτων μεγάλης αξίας, αγορές πολυτελών αυτοκινήτων, τραπεζικές συναλλαγές, εικονικές δανειακές συμβάσεις και μεταφορές κεφαλαίων μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι συναλλαγές αφορούσαν ακίνητα αξίας εκατοντάδων χιλιάδων έως και εκατομμυρίων ευρώ, ενώ καταγράφηκαν αγορές πολυτελών οχημάτων με αξία που έφθανε έως τα 665.500 ευρώ.
Τι κατασχέθηκε από τις έρευνες
Κατά τις έρευνες σε κατοικίες, γραφεία, καταστήματα, επαγγελματικούς χώρους και οχήματα, οι αστυνομικοί εντόπισαν και κατέσχεσαν σημαντικά χρηματικά ποσά, πολυτελή αντικείμενα και ψηφιακά πειστήρια.
Ειδικότερα, κατασχέθηκαν:
- 528.687,38 ευρώ σε ευρώ και ξένα νομίσματα.
- 2 επιταγές συνολικής ονομαστικής αξίας 70.000 ευρώ.
- 18 οχήματα, εκ των οποίων 12 αυτοκίνητα και 6 δίκυκλα.
- Επώνυμες τσάντες εκτιμώμενης συνολικής αξίας 155.000 ευρώ.
- Ρολόγια και κοσμήματα εκτιμώμενης συνολικής αξίας 500.000 ευρώ.
- 15 νομίσματα χρυσού χρώματος.
- Εταιρικές σφραγίδες, τραπεζικές κάρτες, συσκευές POS και μηχανήματα καταμέτρησης χρημάτων.
- Κινητά τηλέφωνα, κάρτες SIM, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, tablets, σκληροί δίσκοι και άλλα ψηφιακά μέσα αποθήκευσης.
- Ιδιόχειρες σημειώσεις, σημειωματάρια και οικονομικές καταστάσεις με στοιχεία εταιρειών και φυσικών προσώπων, ποσοστά συμμετοχής, εισπράξεις, πληρωμές και συναλλαγές.
- 2 πτυσσόμενες μεταλλικές ράβδοι και 1 μεταλλική σιδερογροθιά.
- Μικροποσότητα ακατέργαστης κάνναβης.
Για τη συλλογή και τη διασφάλιση των ψηφιακών πειστηρίων στα λογιστικά γραφεία υπήρξε τεχνική υποστήριξη από ειδικό κλιμάκιο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών.
Πρόσθετες κατασχέσεις και δέσμευση εκατοντάδων τραπεζικών λογαριασμών
Σημαντικά στοιχεία είχαν εντοπιστεί και σε προγενέστερη έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 27 Αυγούστου 2026 σε λογιστικό γραφείο της Ρόδου από στελέχη του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Κατά την έρευνα εκείνη είχαν κατασχεθεί επιπλέον 949.658,38 ευρώ, καθώς και αποδεικτικά στοιχεία που συνδέθηκαν με τη συγκεκριμένη υπόθεση.
Παράλληλα, δεσμεύτηκαν άμεσα χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 5.208.011,16 ευρώ σε τραπεζικούς λογαριασμούς που σχετίζονται με την ερευνώμενη δραστηριότητα, ενώ εκκρεμεί η ολοκλήρωση της συγκέντρωσης στοιχείων από τα πιστωτικά ιδρύματα.
Επιπλέον, η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες προχώρησε στη δέσμευση:
- 130 τραπεζικών λογαριασμών νομικών προσώπων.
- 213 τραπεζικών λογαριασμών φυσικών προσώπων.
Συνεργασία με ελληνικές και διεθνείς υπηρεσίες
Για τη διερεύνηση της υπόθεσης συνεργάστηκαν στενά η Ελληνική Αστυνομία, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ο e-Ε.Φ.Κ.Α., η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και πιστωτικά ιδρύματα.
Η έρευνα υποστηρίχθηκε επίσης από την Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών (Homeland Security Investigations – HSI) και τη βρετανική φορολογική και τελωνειακή υπηρεσία (HM Revenue & Customs – HMRC), ενώ συνδρομή παρείχε και η μη κυβερνητική οργάνωση OUR RESCUE.
Οι κατηγορίες και η δικαστική συνέχεια
Σε βάρος των 149 κατηγορουμένων σχηματίστηκε δικογραφία για σειρά αδικημάτων, μεταξύ των οποίων εγκληματική οργάνωση, διακεκριμένη απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διακεκριμένη πλαστογραφία, φοροδιαφυγή, μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται και άλλα αδικήματα, κατά περίπτωση.
Οι 59 συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή και παραπέμφθηκαν σε Ανακριτές. Η έρευνα των Αρχών συνεχίζεται, με στόχο την πλήρη αποτύπωση της δραστηριότητας του δικτύου και τη διερεύνηση των οικονομικών συναλλαγών που συνδέονται με την υπόθεση.
