Κάιρο μεταξύ δύο φωτιών: Πόσο επικίνδυνη είναι για την Ελλάδα η τουρκο-αιγυπτιακή «ξαναγνωριμία»;
Για πάνω από μια δεκαετία, ο χάρτης της Ανατολικής Μεσογείου διαβαζόταν με απλά χρώματα: από τη μία Ελλάδα, Κύπρος, Αίγυπτος και Ισραήλ, από την άλλη η Τουρκία. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, αυτό το σχήμα δείχνει να ξεθωριάζει. Κοινές αεροπορικές ασκήσεις, νέες ενεργειακές συμφωνίες και αυξανόμενη πολιτική επικοινωνία ανάμεσα στο Κάιρο και την Άγκυρα αναζωπύρωσαν μια συζήτηση που η Αθήνα προτιμούσε να αποφεύγει: μήπως ο πιο σταθερός σύμμαχός της στη Μεσόγειο αρχίζει να κάθεται σε δύο καρέκλες ταυτόχρονα;
Η αφορμή ήταν μια κοινή αεροπορική άσκηση Τουρκίας και Αιγύπτου σε αιγυπτιακές βάσεις, με συμμετοχή σύγχρονων μαχητικών αεροσκαφών και ανταλλαγή εκπαιδευτικής εμπειρίας μεταξύ των δύο πολεμικών αεροποριών. Η κίνηση δεν πέρασε απαρατήρητη ούτε από το Ισραήλ, του οποίου ερευνητικοί κύκλοι εκτιμούν πως η ανησυχία δεν αφορά τόσο την ίδια την άσκηση, όσο το ενδεχόμενο η συνεργασία Κάιρου-Άγκυρας να εξελιχθεί σε μόνιμο πολιτικό και στρατιωτικό συντονισμό σε ζητήματα όπως η Ανατολική Μεσόγειος, η Λιβύη, η Γάζα και η Ερυθρά Θάλασσα.
Παράλληλα με τη στρατιωτική προσέγγιση, αναφέρεται και νέα συμφωνία ενεργειακής εξερεύνησης ανάμεσα στην αιγυπτιακή εθνική εταιρεία πετρελαίου και κοινοπραξία τουρκικών και ευρωπαϊκών εταιρειών — μια εξέλιξη που, σύμφωνα με ορισμένα δημοσιεύματα, έχει προκαλέσει προβληματισμό σε ελληνικούς κύκλους, ειδικά καθώς η συμφωνία οριοθέτησης της ελληνο-αιγυπτιακής ΑΟΖ του 2020 εξαιρεί το Καστελόριζο και δίνει μειωμένη επήρεια σε μεγάλα ελληνικά νησιά — λεπτό σημείο που, αν η Αίγυπτος προσεγγίσει περισσότερο την Τουρκία, θα μπορούσε θεωρητικά να γίνει ευάλωτο σε αναθεωρήσεις.
Δεν είναι, ωστόσο, μονόπλευρη η εικόνα. Μια πιο ψύχραιμη ανάγνωση της κατάστασης υποστηρίζει ότι η κοινή άσκηση δεν σημαίνει στρατηγική μετατόπιση του Καΐρου προς την Άγκυρα, αλλά κάτι πιο σύνθετο: η Αίγυπτος επιδιώκει να μην εγκλωβιστεί σε ένα μόνο περιφερειακό σχήμα. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, το Κάιρο δεν εγκαταλείπει την Αθήνα, δεν απομακρύνεται από τη Λευκωσία, δεν ακυρώνει τη συμφωνία θαλάσσιας οριοθέτησης με την Ελλάδα και συνεχίζει να έχει στρατηγικούς λόγους συνεργασίας με το Ισραήλ, τις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Η Τουρκία, σε αυτή την ανάλυση, κερδίζει κυρίως μια εικόνα επανόδου στο περιφερειακό παιχνίδι — όχι μια πραγματική στρατηγική ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων.
Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και μια τρίτη, πιο ανήσυχη οπτική, που βλέπει τις εξελίξεις σε ευρύτερο πλαίσιο: τα τελευταία χρόνια η Τουρκία επιδιώκει συστηματικά στενότερες σχέσεις με τα μεγαλύτερα μουσουλμανικά κράτη της περιοχής — έχει παγιώσει τη στρατηγική σχέση με το Κατάρ, διευρύνει την αμυντική συνεργασία με το Πακιστάν, και έχει περάσει σε φάση εξομάλυνσης με τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η αναθέρμανση με την Αίγυπτο εντάσσεται, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, σε αυτό το ευρύτερο μοτίβο επανατοποθέτησης της Άγκυρας στον μουσουλμανικό κόσμο — μια εξέλιξη που κινείται, όπως επισημαίνεται, ταχύτερα από τις παραδοχές στις οποίες εξακολουθούν να βασίζονται αρκετές ελληνικές αναλύσεις.
Στο εσωτερικό μέτωπο, η κριτική προς την ελληνική εξωτερική πολιτική επικεντρώνεται στο γεγονός ότι η επίσημη Αθήνα συνεχίζει να προβάλλει δημόσια μια εικόνα στενής, αδιατάρακτης συμμαχίας με το Κάιρο — με θερμές χειραψίες σε επίσημες επισκέψεις — χωρίς να αναφέρεται ανοιχτά στις παράλληλες επαφές Αιγύπτου-Τουρκίας. Επικριτές αυτής της στάσης υποστηρίζουν ότι η σιωπή αυτή δεν αλλάζει την πραγματικότητα στο πεδίο, ειδικά στο λιβυκό μέτωπο, όπου η ελληνική θέση περιγράφεται ως εξαρτημένη από τη γραμμή που χαράζει το Κάιρο.
Το συμπέρασμα, αναγνωρίζεται από όλες τις πλευρές της ανάλυσης, είναι ότι δεν πρόκειται για ρήξη. Η Αίγυπτος δεν έχει ακυρώσει καμία συμφωνία με την Ελλάδα ή την Κύπρο, και η τριμερής αμυντική και ενεργειακή συνεργασία παραμένει επίσημα σε ισχύ. Αυτό που αλλάζει είναι το γεωπολιτικό σκηνικό μέσα στο οποίο λειτουργεί αυτή η συνεργασία: μια Αίγυπτος που επιδιώκει μεγαλύτερη ευελιξία ανάμεσα σε πολλούς εταίρους ταυτόχρονα, και μια Τουρκία που επιχειρεί συστηματικά να μην παραμείνει εκτός των περιφερειακών συμμαχιών της Μέσης Ανατολής. Για την Αθήνα, το ερώτημα δεν είναι αν χάνεται ο σύμμαχος — είναι αν η ελληνική διπλωματία προσαρμόζεται αρκετά γρήγορα σε μια περιοχή που, όπως φαίνεται, δεν λειτουργεί πλέον με τα απλά «μέτωπα» του παρελθόντος.
