Μια ανακάλυψη σε αρχαίο ταφικό μνημείο της νότιας Σιβηρίας προσθέτει νέα στοιχεία στην ιστορία της κάνναβης και της χρήσης της από τους ανθρώπους. Περισσότεροι από 1.400 σπόροι του φυτού, μαζί με διατηρημένα ανθρώπινα μαλλιά, βρέθηκαν σε σκυθικό ταφικό συγκρότημα ηλικίας περίπου 2.800 ετών. Οι εργαστηριακές αναλύσεις έφεραν στο φως χημικά ίχνη που ενδέχεται να συνδέονται με την ψυχοδραστική χρήση της κάνναβης.
Το εύρημα προέρχεται από τον αρχαιολογικό χώρο Tunnug 1, στη Δημοκρατία της Τούβα, στη νότια Σιβηρία. Πρόκειται για ένα μνημειώδες ταφικό συγκρότημα που συνδέεται με υψηλόβαθμα μέλη της σκυθικής κοινωνίας, των νομαδικών πληθυσμών που έζησαν στις ευρασιατικές στέπες.
Διεθνής ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής επιστήμονες του Πανεπιστημίου της Βέρνης και τη συμμετοχή του Ινστιτούτου Max Planck για τη Γεωανθρωπολογία, εξέτασε τα φυτικά κατάλοιπα και ανθρώπινα μαλλιά που διατηρήθηκαν στις ιδιαίτερες συνθήκες του χώρου.
Η χρονολόγηση με τη μέθοδο του ραδιενεργού άνθρακα σε έξι σπόρους τοποθετεί τα φυτικά ευρήματα στις αρχές του 8ου αιώνα π.Χ. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στις 5 Νοεμβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Science.
Τι αποκάλυψε η ανάλυση των μαλλιών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέταση των ανθρώπινων τριχών που βρέθηκαν στον κεντρικό ταφικό θάλαμο. Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν προηγμένες εργαστηριακές τεχνικές για να αναζητήσουν χημικά κατάλοιπα ουσιών που σχετίζονται με την κάνναβη.
Σε αρκετά δείγματα εντοπίστηκαν ίχνη κανναβινόλης (CBN), μιας ουσίας που μπορεί να προκύψει από την οξείδωση της τετραϋδροκανναβινόλης (THC), του βασικού ψυχοδραστικού συστατικού της κάνναβης. Παράλληλα, καταγράφηκαν ασθενέστερα χημικά σήματα συμβατά με την παρουσία THC.
Σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα, ο συνδυασμός των χημικών ευρημάτων στα μαλλιά και των σπόρων από τον ίδιο ταφικό χώρο ενισχύει την εκτίμηση ότι η κάνναβη χρησιμοποιούνταν για τις επιδράσεις της στον ανθρώπινο οργανισμό.
Οι επιστημονικές επιφυλάξεις
Τα συμπεράσματα, ωστόσο, δεν έχουν γίνει καθολικά αποδεκτά. Ο ανεξάρτητος ειδικός στην ιατροδικαστική τοξικολογία Volker Auwaerter εξέφρασε αμφιβολίες για την ισχύ της ανάλυσης των μαλλιών, επισημαίνοντας ότι δεν αποκλείεται τα χημικά ίχνη να προέρχονται από εξωτερική επιμόλυνση κατά τη μακρά παραμονή τους στον τάφο.
Επιπλέον, οι αναλύσεις δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό της ποσότητας κάνναβης που ενδεχομένως καταναλώθηκε ούτε αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε. Δεν μπορεί, επομένως, να εξακριβωθεί αν οι άνθρωποι της εποχής εισέπνεαν τον καπνό του φυτού ή το κατανάλωναν με διαφορετικό τρόπο.
Επίσης, η απευθείας ραδιοχρονολόγηση αφορά τους σπόρους και όχι τις ανθρώπινες τρίχες. Η σύνδεσή τους βασίζεται στο γεγονός ότι προέρχονται από το ίδιο ταφικό περιβάλλον.
Η σύνδεση με τις περιγραφές του Ηροδότου
Η ανακάλυψη επαναφέρει στο προσκήνιο τις ιστορικές αναφορές του Ηροδότου, ο οποίος τον 5ο αιώνα π.Χ. είχε περιγράψει μια τελετουργική πρακτική των Σκυθών. Σύμφωνα με την αφήγησή του, έριχναν σπόρους κάνναβης πάνω σε πυρωμένες πέτρες μέσα σε κλειστό χώρο και εισέπνεαν τους ατμούς που δημιουργούνταν.
Η νέα έρευνα δεν αποδεικνύει ότι στον συγκεκριμένο τάφο εφαρμοζόταν ακριβώς αυτή η πρακτική. Προσφέρει, ωστόσο, ένα σημαντικό αρχαιολογικό και χημικό στοιχείο για τη διερεύνηση της χρήσης της κάνναβης από τους αρχαίους πληθυσμούς της ευρασιατικής στέπας.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το φυτό είχε ιδιαίτερη θέση στις ταφικές τελετουργίες της σκυθικής ελίτ. Στην ίδια περιοχή έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα πολυάριθμων θυσιών αλόγων, ενώ υπάρχουν ενδείξεις που ενδέχεται να συνδέονται και με ανθρωποθυσίες.
Η μελέτη διευρύνει τις γνώσεις για την ιστορία της κάνναβης, χωρίς να δίνει οριστικές απαντήσεις για τις πρακτικές, τις δοξασίες και τις τελετουργίες των ανθρώπων που έζησαν πριν από σχεδόν τρεις χιλιετίες.

