Υπάρχει μια ιστορία που κυκλοφορεί εδώ και δύο αιώνες, τόσο γοητευτική που κανείς δεν βιάζεται να την ελέγξει: τον 16ο αιώνα, ο Γάλλος βασιλιάς Φραγκίσκος Α΄ υπέφερε από μια σοβαρή διάρροια που κανένας γιατρός της αυλής του δεν μπορούσε να θεραπεύσει. Ο σύμμαχός του, ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έμαθε για την πάθηση και έστειλε έναν δικό του γιατρό με μια ειδική συνταγή από πρόβειο γάλα. Ο βασιλιάς θεραπεύτηκε, και από τότε το γιαούρτι άρχισε το ταξίδι του στη γαλλική —και εν συνεχεία ευρωπαϊκή— κουζίνα.
Ωραία ιστορία. Πρόβλημα: δεν συνέβη ποτέ.
Ο μύθος που κατέρρευσε
Ο χημικός και ιστορικός της επιστήμης Joe Schwarcz του Πανεπιστημίου McGill αποφάσισε να ελέγξει την ιστορία στις πηγές της. Το συμπέρασμα ήταν ξεκάθαρο: παρότι το γιαούρτι είχε πράγματι φήμη θεραπευτικού τροφίμου στον οθωμανικό κόσμο της εποχής, δεν υπάρχει καμία τεκμηριωμένη μαρτυρία ότι ο Σουλεϊμάν έστειλε ποτέ γιατρό στη Γαλλία. Η ιστορία εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε δημοφιλή γαλλικά άρθρα τον 19ο αιώνα —περίπου τρεις αιώνες μετά τον υποτιθέμενο θάνατο του βασιλιά— δηλαδή είναι, με απλά λόγια, μια όμορφη εφεύρεση.
Η πραγματική ιστορία είναι ακόμη πιο απίστευτη
Το γιαούρτι μπήκε πραγματικά στην ευρωπαϊκή διατροφή χάρη σε έναν συνδυασμό επιστήμης, φήμης και μιας καταστροφής.
Το 1904, ο μελλοντικός νομπελίστας Élie Metchnikoff, ερευνητής στο Ινστιτούτο Παστέρ του Παρισιού, διατύπωσε τη θεωρία ότι ορισμένα βακτήρια, όταν εισάγονται στο ανθρώπινο έντερο, θα μπορούσαν να σταματήσουν τη «σήψη» που —κατά την άποψή του— προκαλούσε ασθένειες και πρόωρο θάνατο. Υποστήριξε μάλιστα ότι η μακροζωία των Βούλγαρων χωρικών οφειλόταν στην κατανάλωση γιαουρτιού. Ο γαλλικός Τύπος, με τυπικό τρόπο, μεγαλοποίησε αμέσως τα ευρήματα: η εφημερίδα Le Temps έγραψε πανηγυρικά ότι όσοι δεν θέλουν να γεράσουν ή να πεθάνουν έχουν τη «μυστική συνταγή»: να τρώνε γιαούρτι. Μόλις έναν χρόνο αργότερα, ο Βούλγαρος μικροβιολόγος Stamen Grigorov ανακάλυψε το βακτήριο που κάνει δυνατή τη ζύμωση —το γνωστό σήμερα ως Lactobacillus bulgaricus.
Όμως το πραγματικά καθοριστικό κεφάλαιο ξεκίνησε το 1917, με μια καταστροφική πυρκαγιά στη Θεσσαλονίκη. Η πόλη είχε τότε πλειοψηφικά εβραϊκό πληθυσμό, απόγονους των Εβραίων που είχαν καταφύγει εκεί μετά την εκδίωξή τους από την Ισπανία το 1492. Η μεγάλη πυρκαγιά του 1917 άφησε άστεγους περίπου 52.000 Εβραίους της πόλης, καταστρέφοντας σπίτια και επιχειρήσεις. Ανάμεσά τους ήταν κι ένας έμπορος, ο Ισαάκ Καρασσό, ο οποίος αποφάσισε να μεταναστεύσει με την οικογένειά του στη Βαρκελώνη.
Λίγο μετά την άφιξή του εκεί, ξέσπασε ένα κύμα γαστρεντερικών ασθενειών στα παιδιά της πόλης. Ο Καρασσό, που στη Θεσσαλονίκη είχε μάθει να φτιάχνει γιαούρτι —μια συνήθεια που οι Εβραίοι της πόλης είχαν υιοθετήσει από τη βαλκανική κουζίνα— σκέφτηκε ότι ίσως το προϊόν αυτό, που ήδη είχε αποκτήσει «αύρα υγείας» στη Γαλλία και την Αγγλία χάρη στον Metchnikoff, θα μπορούσε να βοηθήσει. Έφτιαξε μια παρτίδα στο σπίτι του, τη συσκεύασε σε μικρά πήλινα δοχεία και έπεισε τα φαρμακεία να την πουλήσουν ως τονωτικό υγείας. Χρειαζόταν όνομα — και διάλεξε το «Danone», το καταλανικό χαϊδευτικό του γιου του, Daniel.
Από ένα πήλινο δοχείο στη Βαρκελώνη ως πολυεθνική
Ο μικρός Daniel μεγάλωσε, σπούδασε βακτηριολογία στο Ινστιτούτο Παστέρ και ανέλαβε την επιχείρηση του πατέρα του, ανοίγοντας γαλλικό παράρτημα το 1929. Όταν οι ναζί κατέλαβαν τη Γαλλία, ο Daniel κατέφυγε στις ΗΠΑ και ίδρυσε εκεί δική του εταιρεία, μετονομάζοντάς την σε «Dannon» για να ακούγεται πιο αγγλόφωνη. Η αμερικανική αγορά, όμως, δεν συμπαθούσε την ξινή γεύση — μέχρι που ο Daniel πρόσθεσε μαρμελάδα φράουλας στο γιαούρτι, και οι πωλήσεις εκτοξεύτηκαν. Η εταιρεία που ξεκίνησε ως μια χειροποίητη παρτίδα σε πήλινα δοχεία στη μετά-την-πυρκαγιά Βαρκελώνη είναι από τους μεγαλύτερους παραγωγούς γιαουρτιού στον κόσμο.
Το ειρωνικό επίμετρο
Ο έλεγχος της ιστορίας του Φραγκίσκου Α΄ ανέδειξε τελικά ένα αληθινό, τεκμηριωμένο γεγονός για τον ίδιο βασιλιά: ήταν εκείνος που, μετά τον θάνατο του Λεονάρντο ντα Βίντσι, απέκτησε για τη βασιλική συλλογή τη Μόνα Λίζα — τον πίνακα που κρέμεται σήμερα στο Λούβρο. Το γιαούρτι, τελικά, δεν ήταν ποτέ δικό του κατόρθωμα. Ήταν κατόρθωμα ενός εμπόρου που έχασε τα πάντα σε μια πυρκαγιά και βρήκε τρόπο να ξαναρχίσει.

