Rob Hirst: Ο Θρυλικός Ντράμερ των Midnight Oil Έφυγε στα 70 του Μετά από Μάχη με τον Καρκίνο

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

21 Ιανουαρίου 2026

Σε μια θλιβερή στιγμή για τον κόσμο της ροκ μουσικής, ο Rob Hirst, συνιδρυτής και ντράμερ των εμβληματικών Αυστραλών Midnight Oil, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 70 ετών. Η είδηση του θανάτου του ανακοινώθηκε από το ίδιο το συγκρότημα μέσω των social media, επιβεβαιώνοντας ότι ο Hirst πάλεψε ηρωικά για σχεδόν τρία χρόνια με καρκίνο στο πάγκρεας, ο οποίος διαγνώστηκε το 2023. Ο μουσικός έφυγε ήρεμα, περιτριγυρισμένος από αγαπημένους του, αφήνοντας πίσω μια κληρονομιά γεμάτη ενέργεια, πολιτικό ακτιβισμό και αξέχαστα τραγούδια.

Γεννημένος το 1955 στη Νέα Νότια Ουαλία της Αυστραλίας, ο Rob Hirst ξεκίνησε το μουσικό του ταξίδι από νεαρή ηλικία. Στα 12 του, μετά από μια εγχείρηση για έναν καλοήθη όγκο στο πόδι, έλαβε το πρώτο του ντραμ κιτ ως δώρο – ένα δώρο που θα άλλαζε για πάντα τη ζωή του και την αυστραλιανή ροκ σκηνή. Το 1972, μαζί με τον κιθαρίστα Jim Moginie, σχημάτισαν το αρχικό συγκρότημα Schwampy Moose, που αργότερα εξελίχθηκε σε Farm. Το 1975, μια αγγελία σε εφημερίδα για τραγουδιστή έφερε τον Peter Garrett στη μπάντα, και το 1976 γεννήθηκαν οι Midnight Oil, με lineup που περιλάμβανε τον Hirst στα ντραμς, τον Moginie στις κιθάρες και πλήκτρα, τον Andrew James στο μπάσο (αργότερα αντικαταστάθηκε), και τον Martin Rotsey στην κιθάρα.

Οι Midnight Oil δεν ήταν απλώς μια ροκ μπάντα – ήταν μια δύναμη αλλαγής. Με τον Hirst να οδηγεί τον ρυθμό με την “άγρια και αδυσώπητη” ντραμινγκ του, το συγκρότημα κυκλοφόρησε 13 στούντιο άλμπουμ σε σχεδόν 50 χρόνια καριέρας. Ο Hirst συνέγραψε στίχους και μελωδίες για μερικά από τα μεγαλύτερα χιτ τους, όπως τα “Beds Are Burning”, “The Dead Heart”, “Short Memory”, “The Power and the Passion”, “Forgotten Years” και “King of the Mountain”. Τα τραγούδια τους, γεμάτα πολιτικό μήνυμα για περιβάλλον, δικαιώματα ιθαγενών και ειρήνη, έκαναν τους Midnight Oil σύμβολο ακτιβισμού. Το συγκρότημα σταμάτησε το 2002, επανενώθηκε το 2017, και ολοκλήρωσε την πορεία του με μια τελευταία περιοδεία το 2022.

Πέρα από τους Midnight Oil, ο Hirst ήταν πολυδιάστατος μουσικός. Συμμετείχε σε projects όπως οι Ghostwriters (με τέσσερα άλμπουμ), οι Backsliders (μπλουζ μπάντα), οι Angry Tradesmen (πειραματική post-punk) και οι The Break (σερφ ροκ με μέλη από Violent Femmes). Το 2025, υποστήριξε δημόσια την εθελοντική ευθανασία, λέγοντας: “Γιατί να πρέπει να πεθάνεις με φρικτό, παρατεταμένο πόνο;… Όταν έχεις ζήσει μια καταπληκτική ζωή – όπως η δική μου – γιατί το τέλος να είναι τόσο τρομακτικό όταν υπάρχει εναλλακτική;”

Η απώλεια του Hirst προκάλεσε κύμα συγκίνησης. Το συγκρότημα δήλωσε: “Μετά από έναν ηρωικό αγώνα σχεδόν τριών ετών, ο Rob είναι πλέον ελεύθερος από τον πόνο – ‘μια μικρή λάμψη φωτός μέσα στην ερημιά'”. Οι εναπομείναντες μέλη, Jim Moginie, Martin Rotsey και Peter Garrett, έγραψαν: “Είμαστε συντετριμμένοι και πενθούμε την απώλεια του αδελφού μας Rob. Προς το παρόν δεν υπάρχουν λόγια – αλλά θα υπάρχουν πάντα τραγούδια.” Ο Moginie τον χαρακτήρισε “θρασύ, αστείο και εξαιρετικά έξυπνο”, τον “μηχανισμό” της μπάντας.

Διάσημοι όπως ο Jimmy Barnes αποχαιρέτησαν: “Ο Rob Hirst είχε τεράστια επίδραση στην αυστραλιανή κουλτούρα. Ήταν η μηχανή που οδηγούσε μια από τις καλύτερες live μπάντες όλων των εποχών. RIP, αγαπημένε Rob.” Πολιτικοί όπως η Tanya Plibersek μίλησαν για την ενέργεια και την καλοσύνη του. Η οικογένειά του ζήτησε δωρεές σε οργανώσεις όπως η Pankind για τον καρκίνο παγκρέατος και η Support Act για μουσικούς.

Ο Hirst αφήνει πίσω τη σύζυγό του Leslie Holland, τις κόρες Alexandra και Gabriella, και την μεγαλύτερη κόρη Jay O’Shea (μουσικός, με την οποία επανενώθηκε το 2010 μετά από υιοθεσία). Η μουσική του θα συνεχίσει να εμπνέει, υπενθυμίζοντας ότι η ροκ δεν είναι μόνο ήχος, αλλά και φωνή για αλλαγή.