Κριτική στην κυβέρνηση για την κατάσταση στην αγορά καυσίμων ασκεί η Νέα Αριστερά, με αφορμή την απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού για τον κλάδο των πετρελαιοειδών.
Σε ανακοίνωσή της, η Νέα Αριστερά υποστηρίζει ότι η αγορά καυσίμων στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από υψηλή συγκέντρωση και περιορισμένο ανταγωνισμό, με κυρίαρχη παρουσία δύο επιχειρηματικών ομίλων, της HELLENiQ ENERGY και της Motor Oil Hellas.
Όπως αναφέρει, η έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία διήρκεσε τρία χρόνια, καταγράφει δυοπώλιο στη διύλιση, υψηλή συγκέντρωση στις αγορές βενζίνης, πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης, καθώς και αδυναμία των εισαγωγών να ασκήσουν ουσιαστική ανταγωνιστική πίεση.
Η Νέα Αριστερά επικαλείται επίσης τα συμπεράσματα της έκθεσης σχετικά με την παράλληλη πορεία των τιμών των δύο εταιρειών, υποστηρίζοντας ότι οι συνθήκες στην αγορά επιτρέπουν την αύξησή τους χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς.
«Μία λέξη περιγράφει τα παραπάνω: Καρτέλ», αναφέρει χαρακτηριστικά η ανακοίνωση, ασκώντας παράλληλα κριτική στην κυβερνητική πολιτική για την αντιμετώπιση της ακρίβειας.
Το κόμμα επισημαίνει ότι η κυβέρνηση αποδίδει τις αυξήσεις των τιμών κυρίως στις διεθνείς εξελίξεις, ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, τα κέρδη των δύο ομίλων που ελέγχουν τα διυλιστήρια αυξήθηκαν από 270 εκατομμύρια ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2019 σε 1,54 δισεκατομμύρια ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Πρόκειται, σύμφωνα με τη Νέα Αριστερά, για αύξηση άνω του 471%, την οποία αντιπαραβάλλει με την οικονομική επιβάρυνση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά εξαιτίας της ακρίβειας στα καύσιμα.
Οι τέσσερις προτάσεις για τα καύσιμα
Η Νέα Αριστερά παρουσιάζει συγκεκριμένες προτάσεις για τη μείωση των τιμών στην αγορά καυσίμων:
- Μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα κατώτατα επιτρεπτά ευρωπαϊκά όρια.
- Μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα στο 6%.
- Επιβολή πλαφόν στο περιθώριο κέρδους σε ολόκληρη την αλυσίδα της αγοράς καυσίμων, συμπεριλαμβανομένων των διυλιστηρίων.
- Φορολόγηση κατά 90% των πραγματικών υπερκερδών των διυλιστηρίων.
Κλείνοντας, το κόμμα αποδίδει στην κυβέρνηση Μητσοτάκη την πολιτική ευθύνη για τη διατήρηση των συνθηκών συγκέντρωσης στην αγορά, υποστηρίζοντας ότι η προστασία των δύο μεγάλων ομίλων αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή της.
