Δύο πλοία βυθίστηκαν μέσα σε 24 ώρες, πύραυλοι αναχαιτίστηκαν στη Σαουδική Αραβία και η Τεχεράνη δηλώνει ότι θα συνεχίσει να πολεμά μέχρι να ικανοποιηθούν τα αιτήματά της
Η Πέμπτη 15 Οκτωβρίου ανέδειξε ότι ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν δεν περιορίζεται πλέον σε ένα μόνο μέτωπο. Στα Στενά του Ορμούζ καταγράφηκαν δύο βυθίσεις εμπορικών πλοίων μέσα σε διάστημα περίπου 24 ωρών, ενώ στη Σαουδική Αραβία αναφέρθηκαν αναχαιτίσεις βλημάτων προς την περιοχή της Μεδίνας και του Ριάντ. Την ίδια ώρα, η ιρανική πολιτική ηγεσία έστειλε το μήνυμα ότι δεν σκοπεύει να υποχωρήσει χωρίς να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της.
Δύο βυθίσεις σε 24 ώρες
Το πιο ορατό σημάδι της κλιμάκωσης ήρθε από τη θάλασσα. Το φορτηγό πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων GFS Pride, με σημαία Σιγκαπούρης και χωρητικότητα 2.824 TEU, χτυπήθηκε από βλήμα στις 13 Οκτωβρίου, έπιασε φωτιά και βυθίστηκε ενώ διέσχιζε τα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με την Αρχή Ναυτιλίας και Λιμένων της Σιγκαπούρης (MPA), και τα 21 μέλη του πληρώματος απομακρύνθηκαν με ασφάλεια, χωρίς να αναφερθούν τραυματισμοί. Δορυφορικές εικόνες έδειξαν εμπορευματοκιβώτια να επιπλέουν στη θάλασσα, ανοιχτά του Ομάν.
Μέσα στο ίδιο περίπου εικοσιτετράωρο βυθίστηκε και το φορτηγό πλοίο Cape Dao, με σημαία Αντίγκουα και Μπαρμπούντα. Ωστόσο, το πλοίο δεν είχε δεχθεί νέο πλήγμα εκείνες τις ημέρες: είχε χτυπηθεί από βλήμα στις 23 Σεπτεμβρίου και βυθίστηκε αργότερα. Από το προηγούμενο περιστατικό είχε χάσει τη ζωή του ένα μέλος του πληρώματος.
Παράλληλα, καταγράφηκαν επιθέσεις και ζημιές σε άλλα εμπορικά πλοία, μεταξύ των οποίων πλοία που συνδέονται με τον όμιλο AD Ports του Άμπου Ντάμπι, καθώς και ένα δεξαμενόπλοιο. Η διεύρυνση των περιστατικών εντείνει τις ανησυχίες για την ασφάλεια της εμπορικής ναυσιπλοΐας, καθώς πλέον κινδυνεύουν όχι μόνο τα δεξαμενόπλοια αλλά και τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και τα φορτηγά χύδην φορτίου.
Για το δεύτερο πλοίο, οι ιρανικές αρχές υποστήριξαν ότι η βύθιση συνδέεται με πρόσκρουση σε θαλάσσια νάρκη, λόγω χρήσης μη εγκεκριμένης διαδρομής. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.
Γιατί τώρα; Πετρέλαιο και αμερικανικές εκλογές
Δύο ανώτεροι Ιρανοί αξιωματούχοι δήλωσαν στο Reuters ότι η Τεχεράνη εφαρμόζει νέες τακτικές κατά των εμπορικών πλοίων, επιδιώκοντας να διατηρήσει τις τιμές του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα και να επηρεάσει τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ.
Η λογική πίσω από αυτή τη στρατηγική είναι ότι η αύξηση των τιμών των καυσίμων επιβαρύνει τα αμερικανικά νοικοκυριά και μπορεί να ενισχύσει την πολιτική πίεση προς την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ.
Η αγορά πετρελαίου παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη στις εξελίξεις. Το Brent κινήθηκε πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι ανησυχίες για τη διάρκεια της κρίσης και τις επιπτώσεις στην προσφορά ενέργειας εντάθηκαν. Το επίπεδο αυτό είχε καταγραφεί και νωρίτερα μέσα στο φθινόπωρο, επομένως δεν αποτελεί την πρώτη υπέρβαση των 100 δολαρίων από τον Ιούλιο.
Οι οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης αποτυπώνονται και στις προβλέψεις για την περιοχή. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην περιφερειακή του έκθεση του Ιουλίου 2026, είχε προβλέψει σημαντική επιβράδυνση της ανάπτυξης στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία, με την παρατεταμένη διαταραχή της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ να αποτελεί σημαντικό παράγοντα αβεβαιότητας. Οι προβλέψεις για το 2027 προϋποθέτουν βελτίωση των συνθηκών και σταδιακή αποκατάσταση της οικονομικής δραστηριότητας.
Πριν από τον πόλεμο, από τα Στενά του Ορμούζ διερχόταν περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και σημαντικές ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας έχει, συνεπώς, επιπτώσεις πολύ πέρα από τη Μέση Ανατολή.
Τεχεράνη: «Ούτε ατελείωτος πόλεμος ούτε υποχώρηση»
Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου και επικεφαλής διαπραγματευτής, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, δήλωσε σε τηλεοπτικό διάγγελμα ότι το Ιράν δεν επιδιώκει ούτε έναν ατέρμονο πόλεμο ούτε παρατεταμένες διαπραγματεύσεις. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι η χώρα θα συνεχίσει να πολεμά μέχρι η Ουάσιγκτον να αποδεχθεί τα αιτήματά της.
Σε ανάρτησή του υποστήριξε ότι οι προθεσμίες που είχε θέσει η αμερικανική κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με την οικονομική πίεση προς το Ιράν, έχουν παρέλθει χωρίς να οδηγήσουν την Ισλαμική Δημοκρατία σε υποχώρηση. Παράλληλα, ειρωνεύτηκε τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, λέγοντας ότι «αξίζει Νόμπελ Φυσικής» για τις προβλέψεις του.
Από τις αρχές Οκτωβρίου, ο Γκαλιμπάφ είχε επίσης δηλώσει ότι τα Στενά του Ορμούζ δεν θα ανοίξουν εάν δεν ικανοποιηθούν οι επτά όροι της Τεχεράνης, οι οποίοι συνδέονται με το λεγόμενο «μνημόνιο του Ισλαμαμπάντ». Οι όροι αυτοί αποτελούν τις απαιτήσεις της ιρανικής πλευράς και δεν συνιστούν συμφωνημένο πλαίσιο με τις ΗΠΑ.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει επαναλάβει την εκτίμησή του ότι ο πόλεμος θα τελειώσει σύντομα, παρά την κλιμάκωση των επιθέσεων κατά της ναυσιπλοΐας.
Το δεύτερο μέτωπο: Υεμένη και Σαουδική Αραβία
Παράλληλα με τις εξελίξεις στο Ορμούζ, εντείνεται η σύγκρουση που συνδέεται με την Υεμένη και τη Σαουδική Αραβία.
Ο εκπρόσωπος του συνασπισμού υπό τη Σαουδική Αραβία, Τούρκι αλ-Μάλικι, ανακοίνωσε ότι οι δυνάμεις του αναχαίτισαν πύραυλο κρουζ στην περιοχή της Μεδίνας. Η ανακοίνωση εντάσσεται σε μια περίοδο αυξημένης έντασης, κατά την οποία έχουν αναφερθεί απειλές και επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών στόχων.
Οι Χούθι, ωστόσο, αρνήθηκαν ότι πραγματοποίησαν επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας τη συγκεκριμένη ημέρα. Παράλληλα, οι αναφορές για τα περιστατικά περιλαμβάνουν διαφορετικές περιγραφές ως προς το είδος των βλημάτων και τις κατευθύνσεις τους, γεγονός που καθιστά αναγκαία την προσεκτική απόδοση των πληροφοριών στις πηγές τους.
Οι προηγούμενες ημέρες είχαν ήδη σημαδευτεί από αιματηρά περιστατικά. Σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα, επιθέσεις που αποδόθηκαν στους Χούθι στο διεθνές αεροδρόμιο Βασιλιάς Χαλίντ του Ριάντ προκάλεσαν 14 θανάτους και περισσότερους από 300 τραυματισμούς. Οι πληροφορίες για τη λειτουργία του αεροδρομίου και τη διάρκεια τυχόν αναστολής των πτήσεων χρειάζονται ξεχωριστή επίσημη επιβεβαίωση.
Την Τετάρτη, οι Χούθι ισχυρίστηκαν ότι έπληξαν εγκατάσταση της Aramco στο Νταχράν. Σαουδάραβας αξιωματούχος επιβεβαίωσε ότι χτυπήθηκε κτίριο της εταιρείας, με περιορισμένη φωτιά και χωρίς θύματα.
Η σημασία της Ερυθράς Θάλασσας για τη Σαουδική Αραβία έχει αυξηθεί, καθώς η κρίση στο Ορμούζ έχει ενισχύσει την ανάγκη αξιοποίησης εναλλακτικών διαδρομών για τις εξαγωγές πετρελαίου. Η απειλή για τη ναυσιπλοΐα γύρω από το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ αποκτά έτσι ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς το πέρασμα συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και αποτελεί κρίσιμο σημείο για το διεθνές εμπόριο.
Το σαουδαραβικό υπουργικό συμβούλιο έχει δηλώσει ότι δεν θα επιτρέψει να απειληθεί η ελευθερία της ναυσιπλοΐας στην περιοχή. Την ίδια ώρα, η ένταση δημιουργεί αβεβαιότητα για οικονομικές και διεθνείς διοργανώσεις που προγραμματίζονται στο βασίλειο, μεταξύ των οποίων το τουρνουά τένις Six Kings Slam και μεγάλο επενδυτικό συνέδριο που συχνά αποκαλείται «Νταβός της ερήμου».
Στο έδαφος, οι κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης έχουν ανακοινώσει αντεπίθεση με την ονομασία «Αυγή της Υεμένης», με στόχο την ανάκτηση παράκτιων περιοχών κοντά στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Εκπρόσωπός τους υποστήριξε ότι έχουν πραγματοποιήσει 2.309 επιχειρήσεις και έχουν καταστρέψει 460 στρατιωτικά οχήματα των Χούθι. Οι αριθμοί αυτοί δεν έχουν επαληθευτεί ανεξάρτητα και πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ισχυρισμοί της συγκεκριμένης πλευράς.
Η εκεχειρία του 2022 έχει αποδυναμωθεί σημαντικά, ενώ η νέα κλιμάκωση εντείνει τους φόβους για περαιτέρω αποσταθεροποίηση της Υεμένης και της ευρύτερης περιοχής.
Το ανθρώπινο κόστος
Πίσω από τη γεωπολιτική αντιπαράθεση, η ανθρωπιστική κατάσταση στην Υεμένη επιδεινώνεται. Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα του ΟΗΕ ανέφερε ότι τα αποθέματα αλευριού στην πολιορκημένη Ταΐζ έχουν σχεδόν εξαντληθεί, δημιουργώντας νέους κινδύνους για την επισιτιστική ασφάλεια των κατοίκων.
Παράλληλα, ο Ερυθρός Σταυρός έχει καταγράψει ιδιαίτερα αυξημένο αριθμό τραυματιών από όπλα σε νοσοκομεία της πρώτης γραμμής. Ορισμένες μονάδες φέρεται να έχουν δεχθεί περισσότερους από 700 τραυματίες μέσα σε μία εβδομάδα, γεγονός που αποτυπώνει την πίεση που δέχεται το ήδη επιβαρυμένο υγειονομικό σύστημα.
Η συνέχιση των συγκρούσεων, οι δυσκολίες στις μεταφορές και η διατάραξη της τροφοδοσίας επιβαρύνουν περαιτέρω τους αμάχους, οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ελλείψεις βασικών αγαθών και περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας.
Ένας πόλεμος που επηρεάζει πολύ περισσότερα από το πεδίο της μάχης
Οκτώ μήνες μετά τα πρώτα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα της 28ης Φεβρουαρίου, η σύγκρουση έχει αποκτήσει ευρύτερες διαστάσεις. Δεν κρίνεται μόνο μέσα από αεροπορικές επιδρομές, πυραύλους και drones, αλλά και μέσα από την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, την ενεργειακή αγορά και το οικονομικό κόστος για εκατομμύρια ανθρώπους.
Η Τεχεράνη φαίνεται να επιδιώκει να αξιοποιήσει την πίεση στις τιμές της ενέργειας και την πολιτική συγκυρία στις ΗΠΑ, προκειμένου να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση. Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα στρατιωτικές, οικονομικές και διπλωματικές προκλήσεις.
Στο μεταξύ, το Ορμούζ παραμένει κρίσιμο σημείο για την παγκόσμια οικονομία, ενώ η επέκταση της έντασης προς την Ερυθρά Θάλασσα δημιουργεί ένα δεύτερο πεδίο ανησυχίας για τη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Η εξέλιξη της σύγκρουσης θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά και από το εάν οι εμπλεκόμενες πλευρές θα μπορέσουν να καταλήξουν σε μια συμφωνία που θα αποκαταστήσει την ασφάλεια στην περιοχή και θα περιορίσει τις ευρύτερες οικονομικές και ανθρωπιστικές συνέπειες.
