Φαινόμενο Dunning-Kruger: τι έδειξε πραγματικά η διάσημη μελέτη και γιατί σήμερα αμφισβητείται [BINTEO]

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

19 Οκτωβρίου 2026

Λίγα ευρήματα της ψυχολογίας έχουν γίνει τόσο δημοφιλή όσο το φαινόμενο Dunning-Kruger. Επικαλείται σε διαφωνίες στα social media, σε σχόλια για πολιτικούς και σε συζητήσεις για «ειδικούς» της τελευταίας στιγμής, συνήθως με το νόημα ότι «οι άσχετοι δεν ξέρουν πόσο άσχετοι είναι». Η εικόνα αυτή έχει μια βάση. Είναι όμως πολύ πιο απλή από τη μελέτη στην οποία παραπέμπει.

Το φαινόμενο Dunning–Kruger είναι μια ψυχολογική υπόθεση σύμφωνα με την οποία άνθρωποι με χαμηλή επίδοση σε έναν συγκεκριμένο τομέα μπορεί να δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τα λάθη και τα κενά των γνώσεών τους, με αποτέλεσμα να υπερεκτιμούν τις ικανότητές τους. Αντίθετα, άτομα με υψηλότερη επίδοση ενδέχεται να αξιολογούν πιο συγκρατημένα τις δυνατότητές τους.

Η αρχική μελέτη των ψυχολόγων David Dunning και Justin Kruger, που δημοσιεύθηκε το 1999, εξέτασε την επίδοση συμμετεχόντων σε δοκιμασίες λογικής, γραμματικής και χιούμορ, συγκρίνοντας τα αποτελέσματά τους με την εκτίμηση που είχαν οι ίδιοι για τις επιδόσεις τους.

Γιατί αμφισβητείται σήμερα; Μεταγενέστερες έρευνες υποστήριξαν ότι το χαρακτηριστικό μοτίβο της αρχικής μελέτης μπορεί να εξηγείται εν μέρει από στατιστικά φαινόμενα, όπως η παλινδρόμηση προς τον μέσο όρο και η τάση των ανθρώπων να θεωρούν τον εαυτό τους καλύτερο από τον μέσο όρο. Το 2020, οι ερευνητές Gilles Gignac και Marcin Zajenkowski υποστήριξαν ότι το φαινόμενο, όπως συνήθως παρουσιάζεται, μπορεί να είναι σε μεγάλο βαθμό στατιστικό artefact. Ωστόσο, μεταγενέστερη μελέτη του 2023 εντόπισε μια μικρή αλλά στατιστικά σημαντική επίδραση, επισημαίνοντας ότι το μέγεθός της και η πρακτική σημασία της παραμένουν υπό συζήτηση.

Με απλά λόγια: Το φαινόμενο δεν αποδεικνύει ότι κάθε άνθρωπος που γνωρίζει λίγα υπερεκτιμά τον εαυτό του ούτε ότι οι ειδικοί υποτιμούν πάντα τις ικανότητές τους. Περιγράφει μια πιθανή τάση στην αυτοαξιολόγηση, η οποία χρειάζεται προσεκτική ερμηνεία και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως εύκολη ετικέτα για να χαρακτηρίζουμε κάποιον ως ανίκανο ή αδαή.

Ένας ληστής με χυμό λεμονιού

Η έρευνα ξεκινά με ένα παράδοξο περιστατικό. Το 1995, στο Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ, ένας άνδρας λήστεψε δύο τράπεζες μέρα μεσημέρι χωρίς καμία μεταμφίεση. Συνελήφθη γρήγορα και φάνηκε να εκπλήσσεται. Πίστευε ότι, επειδή είχε αλείψει το πρόσωπό του με χυμό λεμονιού, οι κάμερες δεν θα τον κατέγραφαν.

Η ιστορία ώθησε τον ψυχολόγο David Dunning του Πανεπιστημίου Cornell και τον τότε μεταπτυχιακό φοιτητή του Justin Kruger να αναρωτηθούν: είναι δυνατόν οι άνθρωποι να μη συνειδητοποιούν τα όρια των ικανοτήτων τους;

Τι βρήκε η μελέτη του 1999

Η εργασία δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1999 στο Journal of Personality and Social Psychology, με τίτλο που μεταφράζεται περίπου ως «Ανίκανοι και ανυποψίαστοι γι’ αυτό». Οι συμμετέχοντες, φοιτητές, εξετάστηκαν σε λογικό συλλογισμό, γραμματική και αίσθηση του χιούμορ. Στη συνέχεια εκτίμησαν οι ίδιοι πόσο καλά τα πήγαν σε σύγκριση με τους άλλους.

  • Όσοι είχαν τις χαμηλότερες επιδόσεις υπερεκτίμησαν σημαντικά τη θέση τους.
  • Όσοι είχαν τις υψηλότερες επιδόσεις τείνανε να υποεκτιμούν ελαφρά τη θέση τους σε σχέση με τους άλλους.

Η ερμηνεία των ερευνητών ήταν ότι οι δεξιότητες που χρειάζονται για να κάνει κανείς κάτι σωστά είναι συχνά οι ίδιες που χρειάζονται για να καταλάβει ότι το κάνει λάθος. Αν δεν ξέρεις γραμματική, δύσκολα εντοπίζεις τα γραμματικά σου λάθη.

Τι δεν είπε η μελέτη

Εδώ αρχίζουν οι παρανοήσεις.

  • Δεν είπε ότι οι αρχάριοι νιώθουν πιο σίγουροι από τους ειδικούς. Στα δεδομένα, όσοι είχαν χαμηλή επίδοση εκτιμούσαν τον εαυτό τους υψηλότερα από ό,τι άξιζαν, αλλά όχι υψηλότερα από τους πιο ικανούς.
  • Η γνωστή καμπύλη με τη «Βουνοκορφή της Βλακείας», που κυκλοφορεί σε αμέτρητα memes, δεν υπάρχει στην αρχική εργασία. Είναι μεταγενέστερο, λαϊκό κατασκεύασμα.
  • Δεν αφορά «τους άλλους». Όπως έχει τονίσει ο ίδιος ο Dunning, το φαινόμενο αφορά τον καθένα σε τομείς όπου δεν έχει γνώσεις. Το να το χρησιμοποιούμε μόνο για να χαρακτηρίσουμε τους απέναντι είναι, κατά κάποιον τρόπο, η ίδια η παγίδα.

Η κριτική: μήπως είναι στατιστικό τέχνασμα;

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και κυρίως την τελευταία δεκαετία, αρκετοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι μεγάλο μέρος του φαινομένου μπορεί να εξηγηθεί από στατιστικούς λόγους και όχι από κάποια ψυχολογική «τύφλωση».

Το βασικό επιχείρημα αφορά την παλινδρόμηση προς τον μέσο όρο. Όποιος έχει πολύ χαμηλή βαθμολογία σε ένα τεστ, όταν κληθεί να εκτιμήσει τον εαυτό του, σχεδόν αναπόφευκτα θα δώσει εκτίμηση πιο κοντά στο μέσο. Το ανάποδο ισχύει για όποιον έχει πολύ υψηλή βαθμολογία. Αν προσθέσει κανείς ότι οι περισσότεροι άνθρωποι βαθμολογούν τον εαυτό τους λίγο πάνω από τον μέσο όρο, το μοτίβο της μελέτης μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε τυχαία δεδομένα.

Μια ομάδα με επικεφαλής τον γεωεπιστήμονα και ερευνητή της εκπαίδευσης Edward Nuhfer έδειξε σε μελέτες της ότι παρόμοια γραφήματα προκύπτουν από προσομοιωμένα, τυχαία δεδομένα. Στα πραγματικά δεδομένα που ανέλυσε, μόνο ένα μικρό ποσοστό των συμμετεχόντων ταίριαζε στην εικόνα του «ανίκανου και ανυποψίαστου».

Οι Kruger και Dunning έχουν απαντήσει στην κριτική. Υποστηρίζουν ότι η στατιστική εξήγηση δεν καλύπτει όλα τα ευρήματα και ότι υπάρχουν αποτελέσματα που επιβιώνουν ακόμη και όταν ελέγχεται το «θόρυβο» των μετρήσεων. Η συζήτηση παραμένει ανοιχτή.

Τι κρατάμε

Το φαινόμενο Dunning-Kruger δεν έχει «καταρριφθεί», αλλά δεν είναι και ο σιδερένιος νόμος που παρουσιάζεται στο διαδίκτυο. Το πιο ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι οι άνθρωποι γενικά δεν είναι πολύ καλοί στο να αξιολογούν τον εαυτό τους, και αυτό ισχύει τόσο για τους αρχάριους όσο και για τους έμπειρους.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει κάτι αρκετά χρήσιμο. Όταν μπαίνουμε σε έναν καινούργιο τομέα, την οικονομία, την υγεία, μια τεχνική δουλειά, η αίσθηση ότι «το έπιασα» δεν αποτελεί απόδειξη. Η ανατροφοδότηση από άλλους, η σύγκριση με αντικειμενικά κριτήρια και η διάθεση να ακούσουμε ότι κάνουμε λάθος λειτουργούν καλύτερα από οποιαδήποτε αυτοπεποίθηση.