Σε πρόωρες εθνικές εκλογές οδηγείται η Ισπανία στις 29 Νοεμβρίου 2026, μετά την απόφαση του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ να διαλύσει τις Γενικές Κορτές, λίγες ημέρες μετά την κοινοβουλευτική ήττα της κυβέρνησής του σε δύο κρίσιμα νομοθετικά διατάγματα για τη στέγαση.
Ο Πέδρο Σάντσεθ ανακοίνωσε τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου από το Μέγαρο της Μονκλόα ότι αποφάσισε, αφού προηγουμένως ενημέρωσε τον βασιλιά Φελίπε ΣΤ΄, να συγκαλέσει έκτακτο Υπουργικό Συμβούλιο για τη διάλυση των Κορτών και την προκήρυξη γενικών εκλογών.
Η ψηφοφορία θα διεξαχθεί την Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2026, περίπου οκτώ μήνες νωρίτερα από την κανονική ολοκλήρωση της κοινοβουλευτικής περιόδου.
«Χρειαζόμαστε μια πολύ ευρύτερη προοδευτική πλειοψηφία»
Στην τηλεοπτική του δήλωση, ο Σάντσεθ αναγνώρισε ότι η κυβέρνησή του έχει κάνει λάθη και υποστήριξε ότι χρειάζεται ανανεωμένη και διευρυμένη λαϊκή στήριξη, ώστε να μπορέσει να προχωρήσει στις μεταρρυθμίσεις που θεωρεί αναγκαίες.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός ζήτησε μια «πολύ ευρύτερη προοδευτική πλειοψηφία», υποστηρίζοντας ότι η σημερινή σύνθεση του Κοινοβουλίου δυσκολεύει την κυβέρνηση να εφαρμόσει την πολιτική της.
Η απόφαση δεν προέκυψε από πτώση της κυβέρνησης μέσω πρότασης δυσπιστίας. Ο Σάντσεθ επέλεξε ο ίδιος τη διάλυση του Κοινοβουλίου και την προσφυγή στις κάλπες, όπως προβλέπει το ισπανικό συνταγματικό και εκλογικό πλαίσιο.
Η κρίσιμη ήττα στα δύο διατάγματα για τη στέγαση
Η άμεση πολιτική αφορμή ήταν η απόρριψη δύο κυβερνητικών νομοθετικών διαταγμάτων για τη στέγαση από το ισπανικό Κογκρέσο στις 2 Οκτωβρίου.
Το πρώτο διάταγμα καταψηφίστηκε με 178 ψήφους κατά έναντι 172 υπέρ. Εναντίον του τάχθηκαν οι βουλευτές του Λαϊκού Κόμματος (PP), του Vox, των Junts και της UPN.
Το δεύτερο απορρίφθηκε με ακόμη μεγαλύτερη διαφορά, 184 ψήφους κατά έναντι 166 υπέρ. Στη δεύτερη ψηφοφορία προστέθηκαν στους καταψηφίσαντες και οι βουλευτές του PNV και της Coalición Canaria.
Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι επτά βουλευτές των Junts, καθώς η απόφασή τους να μην στηρίξουν την κυβέρνηση συνέβαλε καθοριστικά στην απόρριψη των μέτρων. Το κόμμα είχε ζητήσει την απόσυρση των διαταγμάτων και νέα διαπραγμάτευση, υποστηρίζοντας ότι ορισμένες από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις θα μπορούσαν να περιορίσουν περαιτέρω την προσφορά κατοικιών.
Ο Σάντσεθ είχε προειδοποιήσει τους αντιπάλους του κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής μάχης: «Κάντε το σωστό ή η ιστορία θα σας κρίνει νωρίτερα απ’ όσο νομίζετε».
Τι προέβλεπαν τα μέτρα για τα ενοίκια
Τα δύο νομοθετικά διατάγματα περιλάμβαναν σειρά μέτρων για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.
Μεταξύ άλλων, προβλεπόταν περιορισμός της ετήσιας αναπροσαρμογής των ενοικίων έως 2% σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και εφόσον δεν υπήρχε διαφορετική συμφωνία, καθώς και δυνατότητα έκτακτης παράτασης ορισμένων συμβάσεων μίσθωσης. Δεν επρόκειτο, επομένως, για ένα απόλυτο πλαφόν 2% σε κάθε νέα ή υφιστάμενη μίσθωση.
Προβλέπονταν επίσης πρόσθετες προστασίες για ευάλωτα νοικοκυριά, ρυθμίσεις για τις μισθώσεις εποχικής διάρκειας και δωματίων, καθώς και φορολογικά κίνητρα που στόχευαν στην αύξηση της προσφοράς οικονομικά προσιτής κατοικίας.
Το δεύτερο διάταγμα αφορούσε κυρίως τη σταθερότητα των συμβάσεων μίσθωσης. Προέβλεπε, μεταξύ άλλων, αυξημένη προστασία του ενοικιαστή σε περίπτωση μη ανανέωσης και, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, αποζημίωση από τον ιδιοκτήτη. Η αποζημίωση μπορούσε να αντιστοιχεί σε 12 μηνιαία μισθώματα, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις που προβλέπονταν στη νομοθεσία.
Παράλληλα, το πρώτο διάταγμα περιλάμβανε φορολογικές ρυθμίσεις για ορισμένες τουριστικές μισθώσεις. Η προβλεπόμενη αλλαγή στον ΦΠΑ για συγκεκριμένες περιπτώσεις τουριστικών καταλυμάτων είχε προγραμματιστεί να τεθεί σε ισχύ από 1 Δεκεμβρίου 2026, όχι άμεσα.
Τα δύο διατάγματα, πάντως, δεν παρέμειναν σε ισχύ μετά την απόρριψή τους από το Κογκρέσο. Το πρώτο είχε δημοσιευθεί στο BOE στις 30 Σεπτεμβρίου και τέθηκε σε εφαρμογή από την 1η Οκτωβρίου, ενώ το Κογκρέσο αποφάσισε την κατάργησή του στις 2 Οκτωβρίου.
Η κυβέρνηση θέλει να επαναφέρει τα μέτρα
Παρά τη διάλυση των Κορτών, η κυβέρνηση του Σάντσεθ σχεδιάζει να επαναφέρει μέτρα για τη στέγαση μέσω της Diputación Permanente, του μόνιμου κοινοβουλευτικού οργάνου που συνεχίζει να ασκεί συγκεκριμένες αρμοδιότητες όταν οι δύο αίθουσες του Κοινοβουλίου έχουν διαλυθεί.
Η κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι θέλει να επαναφέρει τα μέτρα, επιδιώκοντας να αξιοποιήσει τη διαδικασία που παραμένει διαθέσιμη κατά την προεκλογική περίοδο. Το σχέδιο αυτό, ωστόσο, αφορά νέα κυβερνητική κίνηση και όχι την επαναφορά σε ισχύ των ήδη απορριφθέντων διαταγμάτων.
Γιατί επιλέχθηκε η 29η Νοεμβρίου
Η ημερομηνία των εκλογών συνδέεται με τις προβλεπόμενες προθεσμίες της ισπανικής εκλογικής νομοθεσίας. Μετά τη δημοσίευση του διατάγματος διάλυσης, η εκλογική διαδικασία ακολουθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, με την προσφυγή στις κάλπες να έχει οριστεί για την 29η Νοεμβρίου.
Έτσι, η Ισπανία μπαίνει πλέον σε μια σύντομη αλλά ιδιαίτερα κρίσιμη προεκλογική περίοδο, με βασικά ζητήματα τη στεγαστική κρίση, το κόστος ζωής, τη μετανάστευση, την οικονομία και το μέλλον της κυβέρνησης συνεργασίας της Αριστεράς.
Το PP προηγείται στις δημοσκοπήσεις
Οι μέχρι σήμερα ιδιωτικές δημοσκοπήσεις δείχνουν προβάδισμα του αντιπολιτευόμενου Λαϊκού Κόμματος (PP) έναντι του PSOE.
Σε δημοσκόπηση της 40dB για τις El País και Cadena SER, το PP καταγράφεται στο 31,6%, το PSOE στο 27,4%, το Vox στο 18,4% και το Sumar στο 5,6%.
Σε έρευνα της Sigma Dos για την El Mundo, το PP βρίσκεται στο 32,6% και εκτιμάται ότι μπορεί να λάβει 140 έδρες, το PSOE στο 25,6% με 103 έδρες, το Vox στο 18,3% με 63 έδρες και το Sumar στο 6,6% με 9 έδρες. Η εκτίμηση δίνει συνολικά 203 έδρες στο PP και το Vox, πάνω από το όριο των 176 εδρών που απαιτείται για την απόλυτη πλειοψηφία των 350 εδρών.
Οι δημοσκοπήσεις, ωστόσο, δεν αποτελούν πρόβλεψη του τελικού αποτελέσματος, ενώ η προεκλογική εκστρατεία μόλις ξεκινά. Το Reuters επισημαίνει ότι, παρά το προβάδισμα του PP και του Vox στις περισσότερες δημοσκοπήσεις, ο Σάντσεθ επιχειρεί να αξιοποιήσει την κοινωνική δυσαρέσκεια για τη στεγαστική κρίση προς όφελος του PSOE.
Από τις εκλογές του 2023 στη νέα αναμέτρηση
Στις γενικές εκλογές του Ιουλίου 2023, το PP είχε αναδειχθεί πρώτο κόμμα με 137 έδρες, χωρίς όμως να εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία για να σχηματίσει κυβέρνηση.
Ο Σάντσεθ κατάφερε τελικά να εξασφαλίσει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική στήριξη και να παραμείνει στην πρωθυπουργία, σχηματίζοντας κυβέρνηση συνεργασίας με το Sumar και στηριζόμενος σε συμφωνίες με περιφερειακά και άλλα κόμματα.
Τώρα, περίπου τρία χρόνια αργότερα, οι Ισπανοί καλούνται ξανά στις κάλπες.
Η στεγαστική κρίση έχει βρεθεί στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, ιδιαίτερα μετά την έξωση μιας 87χρονης γυναίκας στις 23 Σεπτεμβρίου, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και κινητοποιήσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Η απόρριψη των δύο κυβερνητικών διαταγμάτων λίγες ημέρες αργότερα αποτέλεσε το άμεσο πολιτικό πλήγμα που προηγήθηκε της απόφασης του Σάντσεθ για πρόωρες εκλογές.
Η αναμέτρηση της 29ης Νοεμβρίου αναμένεται πλέον να κρίνει όχι μόνο ποιο κόμμα θα έρθει πρώτο, αλλά και αν η Ισπανία θα συνεχίσει με μια κεντροαριστερή κυβέρνηση υπό τον Σάντσεθ ή θα οδηγηθεί σε κυβέρνηση της Δεξιάς με πιθανή κοινοβουλευτική στήριξη από το Vox.
