Ο βρικόλακας, ο βρυκόλακας της ελληνικής παράδοσης, δεν είναι ο ρομαντικός αριστοκράτης του κινηματογράφου. Είναι ένας νεκρός που, κατά την πίστη πολλών κοινωνιών, δεν βρίσκει ανάπαυση και επιστρέφει να βλάψει τους ζωντανούς. Πίσω από τον μύθο υπάρχει πραγματική ιστορία φόβου, νόσων και εξουσίας.
Από πού προέρχεται η λέξη
Η ελληνική λέξη «βρυκόλακας» θεωρείται σλαβικής προέλευσης. Συνδέεται με σλαβικούς τύπους της ίδιας ευρύτερης οικογένειας λέξεων, οι οποίοι σε ορισμένες γλώσσες συνδέθηκαν τόσο με τον βρικόλακα όσο και με τον λυκάνθρωπο. Η ακριβής ετυμολογική διαδρομή παραμένει αντικείμενο γλωσσολογικής συζήτησης. Η λέξη «βαμπίρ» (vampire) έχει επίσης σλαβικές ρίζες και εμφανίζεται στις δυτικές γλώσσες στις αρχές του 18ου αιώνα, μέσα από τις αναφορές για τα Βαλκάνια.
Ο όρος δεν ήταν πανομοιότυπος παντού. Ο ελληνικός βρικόλακας, ο σλαβικός upir και ο ρουμανικός strigoi έχουν διαφορές, και δεν πρέπει να συγχέονται με τους καλικάντζαρους, που ανήκουν σε άλλη παράδοση και δεν είναι νεκροί.
Ο βρικόλακας στην ελληνική παράδοση
Μία από τις πρώτες εκτενείς καταγραφές της ελληνικής πίστης οφείλεται στον λόγιο Λέοντα Αλλάτιο, που το 1645 περιέγραψε τις λαϊκές αντιλήψεις των Ελλήνων για τον βρικόλακα. Οι βασικές αντιλήψεις που καταγράφονται στην ελληνική παράδοση:
- Ο νεκρός που δεν αποσυντίθεται στον τάφο, μετά το σύνηθες χρονικό διάστημα, προκαλεί ανησυχία. Στην ορθόδοξη λαϊκή θρησκευτικότητα η ταφή ολοκληρωνόταν με την εκταφή των οστών μετά από λίγα χρόνια, και το σώμα που «βρισκόταν άλιωτο» ήταν ύποπτο.
- Η πίστη συνδεόταν με νεκρούς που είχαν πεθάνει με βάρος: αφορισμένους, αμαρτωλούς, ανθρώπους που πέθαναν βίαια ή χωρίς τα απαραίτητα τελετουργικά.
- Ο βρικόλακας, κατά την παράδοση, επέστρεφε στο χωριό και χτυπούσε την πόρτα σπιτιών, φωνάζοντας κάποιον με το όνομά του. Όποιος απαντούσε στην πρώτη κλήση πέθαινε, γι’ αυτό οι άνθρωποι περίμεναν να ακουστεί δεύτερη φορά.
- Τα «αντίδοτα» ήταν η εκταφή, η καύση του σώματος, το καρφί, οι ευχές και οι ιερές ακολουθίες.
Η επίσημη εκκλησιαστική στάση απέναντι στις σχετικές λαϊκές δοξασίες ήταν διαφορετική από τις πρακτικές που ακολουθούσαν κατά τόπους οι κοινότητες, οι οποίες μπορούσαν να περιλαμβάνουν εξορκισμούς, ευχές, εκταφές ή άλλες τελετουργίες. Η λαϊκή πίστη όμως έζησε παράλληλα με τον επίσημο λόγο για αιώνες.
Η Μύκονος του 1701
Η πιο γνωστή περιγραφή προέρχεται από τον Γάλλο βοτανολόγο Ζοζέφ Πιτόν ντε Τουρνεφόρ, που επισκέφθηκε τη Μύκονο το 1701. Ο ίδιος περιέγραψε ένα επεισόδιο όπου οι κάτοικοι ξέθαψαν ένα πτώμα, του αφαίρεσαν την καρδιά και τελικά το έκαψαν. Ο Τουρνεφόρ αντιμετώπισε το περιστατικό με εμφανή σκεπτικισμό και περιέγραψε αναλυτικά τις αντιδράσεις των κατοίκων. Η περιγραφή του δείχνει πώς μια κοινότητα σε κατάσταση φόβου επιχειρεί να «λύσει» ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να ελέγξει.
Η «επιδημία» των βαμπίρ στη Βαλκανική
Στα πρώτα χρόνια του 18ου αιώνα, όταν οι Αψβούργοι ελέγχουν περιοχές της Σερβίας, μια σειρά από διοικητικά και ιατρικά καταγεγραμμένες υποθέσεις συνέβαλαν στη διάδοση του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος για τους βρικόλακες:
- Πέτερ Πλογκόγιεβιτς (Πέταρ Μπλαγκόγιεβιτς), 1725: στο χωριό Κισίλοβα, μετά τον θάνατό του, οι χωρικοί συνέδεσαν με το όνομά του μια σειρά θανάτων. Οι αυστριακές αρχές, ύστερα από πίεση, ενέκριναν την εκταφή.
- Άρνολντ Πάολε, δεκαετία του 1730: στη Μεντβέγια, ο στρατιώτης που κατά τη λαϊκή αφήγηση είχε πάθει επίθεση από βαμπίρ πέθανε, και αργότερα σημειώθηκε σειρά θανάτων. Οι αναφορές στρατιωτικών ιατρών έγιναν διάσημες στην Ευρώπη.
Αυτές οι αναφορές δημοσιεύτηκαν, συζητήθηκαν και προκάλεσαν μια διανοητική διαμάχη. Ο Γάλλος βενεδικτίνος Ογκουστέν Καλμέ έγραψε πραγματεία για το θέμα το 1746. Ο προσωπικός ιατρός της Μαρίας Θηρεσίας, Γκέραρντ φαν Σβίτεν, εξέτασε τις σχετικές δοξασίες και η Μαρία Θηρεσία έλαβε το 1755 μέτρα για να περιορίσει τις εκταφές και τις σχετικές πρακτικές. Είναι σπάνιο παράδειγμα κράτους του Διαφωτισμού που παρεμβαίνει για να περιορίσει μια λαϊκή δεισιδαιμονία.
Τι έβλεπαν στα ανοιγμένα φέρετρα
Ο ανθρωπολόγος Πολ Μπάρμπερ, στο βιβλίο του για τα βαμπίρ και τον θάνατο, έδειξε ότι πολλά από όσα οι κοινότητες εξέλαβαν ως ενδείξεις είναι φυσιολογικά στάδια αποσύνθεσης:
- Φούσκωμα του σώματος: τα αέρια της αποσύνθεσης διογκώνουν το πτώμα, που φαίνεται «καλοθρεμμένο».
- Υγρό στο στόμα: υγρά της αποσύνθεσης μπορεί να βγουν από το στόμα και τη μύτη και να μοιάζουν με αίμα.
- «Μεγάλωμα» νυχιών και μαλλιών: η αφυδάτωση και η συρρίκνωση του δέρματος μπορεί να δημιουργούν την εντύπωση ότι νύχια και μαλλιά έχουν μεγαλώσει.
- Ήχοι όταν τρυπιέται το σώμα: τα αέρια μπορούν να διαφύγουν.
- Καθυστερημένη αποσύνθεση: εξαρτάται από το έδαφος, την υγρασία και τη θερμοκρασία και δεν σημαίνει τίποτα υπερφυσικό.
Οι άνθρωποι δεν ήταν «αφελείς». Παρατηρούσαν πραγματικά φαινόμενα και τα εξηγούσαν με τα διαθέσιμα πολιτισμικά εργαλεία.
Νόσοι, φόβος και αποδιοπομπαίοι τράγοι
Όταν μια κοινότητα πεθαίνει από άγνωστη αιτία, ο φόβος ψάχνει υπεύθυνο. Οι κοινωνιολογικές και ιστορικές μελέτες δείχνουν ότι η πίστη στους βρικόλακες εμφανιζόταν πιο έντονα σε περιόδους επιδημιών.
- Φυματίωση, το παράδειγμα της Νέας Αγγλίας: τον 19ο αιώνα, στις αγροτικές κοινότητες του Ρόουντ Άιλαντ και γύρω από αυτό, οι οικογένειες που έχαναν πολλά μέλη από φυματίωση ξέθαβαν νεκρούς για να δουν αν «τρέφονται» από τους ζωντανούς. Η περίπτωση της Μέρσι Μπράουν, το 1892, είναι η πιο γνωστή: η καρδιά και το ήπαρ της αφαιρέθηκαν και κάηκαν, και η στάχτη χρησιμοποιήθηκε σε ένα παραδοσιακό «θεραπευτικό» παρασκεύασμα για τον άρρωστο αδελφό της, που πέθανε αργότερα.
- Λοιμός: σε ταφή θύματος πανώλης του 16ου αιώνα στη Βενετία βρέθηκε σκελετός γυναίκας με τούβλο στο στόμα, ένδειξη μιας πρακτικής που ερμηνεύεται ως προσπάθεια να εμποδιστεί ο νεκρός να «τρέφεται».
- Προσωπικές εντάσεις: ο νεκρός που κατηγορούνταν ήταν συχνά ξένος, περιθωριακός ή αντιπαθής.
Οι επιστημονικές «εξηγήσεις» που πρέπει να διαβάζονται με προσοχή
Στη σύγχρονη δημοφιλή κουλτούρα κυκλοφορούν εξηγήσεις όπως η πορφυρία ή η λύσσα. Οι ειδικοί τις αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό: οι νόσοι αυτές δεν εξηγούν ούτε τη βρικολακοποίηση των νεκρών, ούτε την ευρεία γεωγραφική εξάπλωση της πίστης. Μια ευρύτερη ερμηνεία συνδυάζει φυσιολογικά φαινόμενα μετά τον θάνατο, φόβους για επιδημίες και τις πολιτισμικές αντιλήψεις κάθε κοινωνίας για τον θάνατο.
Από τη λαογραφία στη λογοτεχνία
Ο βρικόλακας της λογοτεχνίας είναι δημιούργημα άλλου κόσμου:
- 1819: Ο Τζον Πολιντόρι δημοσιεύει το διήγημα «The Vampyre», έργο που συμβάλλει καθοριστικά στη μεταμόρφωση του λαϊκού βρικόλακα σε γοητευτικό, αριστοκρατικό λογοτεχνικό χαρακτήρα.
- 1897: Ο Μπραμ Στόκερ γράφει τον «Δράκουλα». Χρησιμοποιεί το όνομα «Δράκουλα», που συνδέεται με τον ιστορικό Βλαντ Γ΄ της Βλαχίας. Η ακριβής έκταση της επιρροής του Βλαντ στη δημιουργία του λογοτεχνικού χαρακτήρα παραμένει αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης.
- 20ός αιώνας: ο «Nosferatu» (1922) και ο «Δράκουλας» του 1931 με τον Μπέλα Λουγκόσι διαμορφώνουν την εικόνα που ξέρουμε.
Η κινηματογραφική εικόνα του βαμπίρ είναι προϊόν μεταγενέστερης σύνθεσης βαλκανικών λαϊκών παραδόσεων, γοτθικής λογοτεχνίας και κινηματογραφικών συμβάσεων. Εκεί ο βρικόλακας ήταν ένα φουσκωμένο, ανησυχητικό πτώμα.
Οι βρικόλακες σήμερα
Η πίστη δεν έχει εξαφανιστεί εντελώς.
- Στη Ρουμανία, το 2004, στο χωριό Μαροτίνου ντε Σους, συγγενείς νεκρού που κατηγορήθηκε ότι ήταν strigoi ξέθαψαν σώμα και έκαψαν την καρδιά, σε περιστατικό που έγινε γνωστό διεθνώς και οδήγησε σε δικαστικές διαδικασίες.
- Στο Μαλάουι, το 2017, φήμες για «αιμοπότες» προκάλεσαν βίαιες επιθέσεις όχλων και θανάτους, με τα Ηνωμένα Έθνη να εκφράζουν ανησυχία.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η πίστη στους βρικόλακες μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος απόδοσης ευθύνης σε συγκεκριμένα πρόσωπα και, σε ακραίες περιπτώσεις, να οδηγήσει σε βία.
Συμπέρασμα
Ο βρικόλακας δεν είναι απλώς ένα τέρας του παρελθόντος. Είναι καθρέφτης των φόβων κάθε εποχής: για τον θάνατο, για τις επιδημίες, για τον ξένο και για ό,τι δεν εξηγείται. Η ιστορία των βρικολάκων δείχνει πώς η ανθρώπινη ανάγκη για εξήγηση, όταν συναντά τον φόβο, μπορεί να οδηγήσει σε τελετουργίες και, δυστυχώς, και σε βία.
