Γιατί οι γιατροί αρχίζουν να ενδιαφέρονται περισσότερο για τα δεδομένα του smartwatch

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

16 Σεπτεμβρίου 2026

Ένα φαινόμενο που δεν είναι πια περιθωριακό

Για χρόνια, τα δεδομένα από smartwatches και fitness trackers αντιμετωπίζονταν από πολλούς γιατρούς με σκεπτικισμό — κάτι μεταξύ χόμπι και «γκάτζετ» χωρίς πραγματική κλινική αξία. Αυτό φαίνεται να αλλάζει ραγδαία. Μια μεγάλη διεθνής έρευνα που διεξήχθη από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 2026 από το Κέντρο Ψηφιακής Υγείας και Τεχνητής Νοημοσύνης της Αμερικανικής Ιατρικής Ένωσης (AMA) σε συνεργασία με το Medscape, με τη συμμετοχή 2.222 γιατρών από ΗΠΑ, Καναδά, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία και Ισπανία, δείχνει ότι οι γιατροί είναι γενικά θετικά διακείμενοι απέναντι στα wearables και στο πώς τα δεδομένα που συλλέγουν μπορούν να αξιοποιηθούν στη διαχείριση της φροντίδας των ασθενών.

Το πιο ενδιαφέρον εύρημα, ίσως, είναι πόσο διαδεδομένη είναι πλέον η προσωπική χρήση αυτών των συσκευών από τους ίδιους τους γιατρούς: σε όλες τις χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα, το 82% των γιατρών χρησιμοποιεί προσωπικά κάποιο smartwatch, ιχνηλάτη δραστηριότητας ή άλλη παρόμοια συσκευή. Όταν ένας γιατρός έχει δει με τα ίδια του τα μάτια πώς λειτουργεί η τεχνολογία στην καθημερινότητά του, είναι φυσικό να αρχίζει να σκέφτεται πώς θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και στη δουλειά του.

Τι δείχνουν τα νούμερα

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, περίπου το 77% των γιατρών στις ΗΠΑ και το 74% εκτός ΗΠΑ αναγνωρίζουν κάποιο κλινικό πλεονέκτημα στα δεδομένα wearables. Οι κατηγορίες δεδομένων που εξετάζονται πιο συχνά είναι σχεδόν ίδιες σε όλες τις χώρες: η φυσιολογία της καρδιάς, η δραστηριότητα και η λειτουργικότητα του σώματος, βιομετρικά συμβάντα και ειδοποιήσεις, καθώς και ο ύπνος. Επιπλέον, η πλειοψηφία των γιατρών και στις έξι χώρες δηλώνει ότι εξετάζει τα δεδομένα wearable που φέρνουν μαζί τους οι ασθενείς τους «τουλάχιστον μερικές φορές».

Το ενδιαφέρον δεν είναι μονόπλευρο. Στοιχεία της Rock Health, τα οποία επικαλείται ο γιατρός Jared Dashevsky, αναφέρουν ότι το 59% των κατόχων wearables έχει ήδη συζητήσει τα δεδομένα του με κάποιον επαγγελματία υγείας, με το 30% να το κάνει τακτικά, ενώ ένα επιπλέον 20% θα ήθελε να το κάνει αλλά δεν το έχει κάνει ακόμη — μόλις το 17% δηλώνει πλήρη αδιαφορία. Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: όλο και περισσότερα δεδομένα από wearables θα εμφανίζονται στα ιατρεία, είτε οι γιατροί είναι έτοιμοι γι’ αυτό είτε όχι.

Ποιες ειδικότητες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή

Δεν είναι όλες οι ειδικότητες εξίσου ενθουσιώδεις. Όπως θα ήταν αναμενόμενο, οι καρδιολόγοι φαίνεται να πρωτοστατούν, καθώς μεγάλο μέρος των δεδομένων που παράγουν τα σύγχρονα smartwatches αφορά καρδιακή λειτουργία — καρδιακό ρυθμό, μεταβλητότητα καρδιακού ρυθμού και, σε πολλές συσκευές, ανίχνευση κολπικής μαρμαρυγής μέσω μονοαπαγωγικού ηλεκτροκαρδιογραφήματος. Μια ξεχωριστή μελέτη φυσικά σε γιατρούς οικογενειακής και εσωτερικής ιατρικής, καθώς και καρδιολόγους στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, επιβεβαιώνει ότι τα smartwatches αποτελούν ολοένα πιο πολύτιμο εργαλείο παρακολούθησης της καρδιαγγειακής υγείας, παράγοντας τεράστιο όγκο βιομετρικών δεδομένων.

Δεν είναι μόνο η καρδιολογία, όμως. Μια συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας εντόπισε ότι από τις 346 σχετικές επιστημονικές δημοσιεύσεις που εξετάστηκαν, οι μισές περίπου αφορούσαν καρδιαγγειακή έρευνα, όμως καταγράφηκε ενδιαφέρον και σε άλλους τομείς — για παράδειγμα, στη δερματολογία έχουν ήδη αναπτυχθεί εφαρμογές smartwatch που ανιχνεύουν το νυχτερινό ξύσιμο σε ασθενείς με κνησμό, μέσω δεδομένων επιταχυνσιομέτρου.

Η κλινική τεκμηρίωση αρχίζει να χτίζεται

Ένας βασικός λόγος που αλλάζει η στάση των γιατρών είναι ότι πλέον υπάρχουν πιο σοβαρές, τεκμηριωμένες μελέτες που δείχνουν πραγματικό όφελος — όχι απλώς υποσχέσεις μάρκετινγκ. Μια τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή με το Apple Watch για το άσθμα, με την υποστήριξη της Apple και της Elevance, έδειξε ότι η διαχείριση μέσω εφαρμογής βασισμένης σε wearable οδήγησε σε αισθητή βελτίωση των δεικτών ελέγχου του άσθματος, ιδιαίτερα σε ασθενείς με κάλυψη Medicaid. Παράλληλα, δεδομένα από 30.000 χρήστες της συσκευής WHOOP έδειξαν διατηρήσιμη μείωση της κατανάλωσης αλκοόλ για διάστημα 72 εβδομάδων. Η μελέτη αυτή ήταν παρατηρησιακή και δεν αποδεικνύει ότι η χρήση του wearable προκάλεσε τη μείωση. Τέτοιες μελέτες προσθέτουν στην κλινική τεκμηρίωση γύρω από τα wearables, αντί να αποτελούν από μόνες τους «κλινική άδεια» για τη χρήση τους.

Πέρα από τις μελέτες, κυκλοφορούν και μεμονωμένα περιστατικά που δείχνουν το δυναμικό έγκαιρης ανίχνευσης: για παράδειγμα, ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι τάσεις όπως η μείωση στα σκαλοπάτια που ανεβαίνει καθημερινά ένας χρήστης, η αύξηση του καρδιακού ρυθμού ηρεμίας και η μείωση της μεταβλητότητας του καρδιακού ρυθμού μπορεί να συνδέονται με πνευμονική αρτηριακή υπέρταση. Σε άλλο υποθετικό σενάριο, η ανίχνευση κολπικής μαρμαρυγής από τη συσκευή, σε συνδυασμό με ανίχνευση μη φυσιολογικού βαδίσματος, μπορεί να οδηγήσει σε άμεση ιατρική αξιολόγηση για τον αποκλεισμό σοβαρού καρδιαγγειακού ή νευρολογικού προβλήματος.

Τα εμπόδια που παραμένουν

Παρά τον ενθουσιασμό, η ενσωμάτωση αυτών των δεδομένων στην καθημερινή κλινική πράξη παραμένει δύσκολη. Η ίδια η έρευνα της AMA καταλήγει ότι, ενώ το ενδιαφέρον και η αισιοδοξία είναι υψηλά, τα συστήματα υγείας παγκοσμίως πρέπει να εξελιχθούν ώστε να υποστηρίξουν καλύτερα την ενσωμάτωση των δεδομένων wearable στη ρουτίνα της φροντίδας, μέσα από ισχυρότερες κλινικές ροές εργασίας, μηχανισμούς αποζημίωσης και υποδομές δεδομένων. Μια αξιωματούχος που σχολίασε τα ευρήματα ανέφερε χαρακτηριστικά ότι πολλοί θα περίμεναν οι γιατροί να μην είναι υποστηρικτικοί απέναντι σε αυτά τα εργαλεία, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει αποδοχή και ενδιαφέρον τόσο από τους γιατρούς όσο και από τους ασθενείς — το πρόβλημα είναι ότι το ίδιο το σύστημα δεν είναι σχεδιασμένο ώστε να το αξιοποιήσει.

Μια ξεχωριστή μελέτη σε γιατρούς οικογενειακής, εσωτερικής ιατρικής και καρδιολογίας εντόπισε τα κύρια εμπόδια: την έλλειψη χρόνου κατά τη διάρκεια των ραντεβού, την περιορισμένη αποζημίωση για την αξιολόγηση αυτών των δεδομένων, καθώς και ανησυχίες σχετικά με την ακρίβεια του μονοαπαγωγικού ηλεκτροκαρδιογραφήματος. Παράλληλα, μια ερευνητική επιστολή του 2025 στο περιοδικό JAMA υπενθυμίζει ότι ακόμη και συσκευές wearable που έχουν λάβει έγκριση από τον αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) δεν είναι απαραίτητα το ίδιο ακριβείς με ιατρικού βαθμού εξοπλισμό.

Το μέλλον: από το ενδιαφέρον στην πραγματική ενσωμάτωση

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως το ενδιαφέρον των γιατρών για τα δεδομένα smartwatch είναι πλέον σαφές, όμως το πότε και το πώς θα ενταχθούν ουσιαστικά στην καθημερινή κλινική πρακτική παραμένει ανοιχτό ζήτημα. Όσο συσσωρεύονται περισσότερες τεκμηριωμένες μελέτες, όσο βελτιώνεται η ακρίβεια των αισθητήρων και όσο αναπτύσσονται πιο σαφή μοντέλα αποζημίωσης, είναι πιθανό το ενδιαφέρον που ήδη υπάρχει ανάμεσα στους γιατρούς να μετατραπεί σε ευρύτερη καθημερινή χρήση — με το ρολόι του καρπού να λειτουργεί όλο και περισσότερο ως προέκταση του ιατρικού φακέλου του ασθενούς.