Γέννηση σε έναν κόσμο προνομίων
Στις 3 Φεβρουαρίου 1791, στο Αρναούτκιοϊ της Κωνσταντινούπολης, γεννιέται ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, γόνος μιας από τις πλέον ισχυρές φαναριώτικες οικογένειες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο πατέρας του, Νικόλαος Μαυροκορδάτος, ήταν λόγιος αξιωματούχος στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες· η μητέρα του, Σμαράγδα Καρατζά, ανήκε σε άλλη μεγάλη φαναριώτικη γενιά. Οι Μαυροκορδάτοι δεν ήταν μια απλή οικογένεια αξιωματούχων· επί γενιές είχαν δώσει μεγάλους διερμηνείς της Υψηλής Πύλης και ηγεμόνες στη Μολδαβία και τη Βλαχία, θέσεις-κλειδιά όπου η Οθωμανική Αυτοκρατορία εμπιστευόταν Έλληνες χριστιανούς με ευρωπαϊκή παιδεία για να διαχειρίζονται τις σχέσεις της με τη Δύση.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η μόρφωση δεν ήταν πολυτέλεια αλλά προϋπόθεση επιβίωσης και ανέλιξης. Ο νεαρός Αλέξανδρος φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και συνέχισε τις σπουδές του στην Ιταλία, αποκτώντας άριστη γνώση πολλών γλωσσών: πέρα από τα ελληνικά, μιλούσε άπταιστα τουρκικά, γαλλικά, ιταλικά και αραβικά — ένα γλωσσικό οπλοστάσιο που θα του επέτρεπε αργότερα να κινείται άνετα σε ανακτοβούλια, σαλόνια και διπλωματικά παρασκήνια σε όλη την Ευρώπη.
Γραμματέας ενός ηγεμόνα
Η πραγματική είσοδος του Μαυροκορδάτου στην πολιτική σκηνή έρχεται το 1812, όταν ο θείος του, Ιωάννης Καρατζάς, αναλαμβάνει ηγεμόνας της Βλαχίας και τον προσλαμβάνει ως προσωπικό του γραμματέα. Η θέση αυτή δεν ήταν διακοσμητική: ο ηγεμόνας μιας παραδουνάβιας ηγεμονίας διαχειριζόταν σύνθετες σχέσεις με την Πύλη, τις γειτονικές αυτοκρατορίες και τις τοπικές αριστοκρατίες, και ο γραμματέας του έπρεπε να είναι εξίσου ικανός διπλωμάτης όσο και διαχειριστής. Ο Μαυροκορδάτος διακρίθηκε γρήγορα και προήχθη στο αξίωμα του ποστέλνικου —ουσιαστικά υπουργού εξωτερικών της ηγεμονίας— αποκτώντας από νεαρή ηλικία πρακτική εμπειρία σε διαπραγματεύσεις και διπλωματική αλληλογραφία που λίγοι συνομήλικοί του θα μπορούσαν να διανοηθούν.
Η θητεία αυτή, ωστόσο, δεν κράτησε απρόσκοπτα. Οι φαναριώτικες αυλές ήταν διαρκές πεδίο ανταγωνισμού και δολοπλοκίας, και ο Καρατζάς βρέθηκε αντιμέτωπος με κατηγορίες αντιπάλων του που έφτασαν ως την Υψηλή Πύλη. Φοβούμενος για τη ζωή του, στις 29 Σεπτεμβρίου 1818 εγκατέλειψε το Βουκουρέστι μαζί με την οικογένειά του και τους στενούς συνεργάτες του — ανάμεσά τους και ο Μαυροκορδάτος. Η φυγή αυτή, που θα μπορούσε να σημάνει το τέλος μιας πολιτικής καριέρας, αποδείχθηκε στην πραγματικότητα η αρχή μιας εντελώς διαφορετικής διαδρομής.
Από τη Γενεύη στην Πίζα: η ευρωπαϊκή μαθητεία
Η ομάδα των φυγάδων σταμάτησε πρώτα στη Γενεύη της Ελβετίας, όπου παρέμεινε περίπου έξι μήνες, και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Πίζα της Ιταλίας. Εκεί είχε ήδη καταφύγει, από το 1815, ο μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος —πρόεδρος της «Φιλόμουσου Εταιρείας» και σημαντική φυσιογνωμία του ελληνικού διαφωτισμού στη διασπορά— ο οποίος φιλοξένησε τόσο τον Καρατζά όσο και τον Μαυροκορδάτο στον κύκλο του.
Στην Πίζα, ο νεαρός Φαναριώτης δεν σπατάλησε τον χρόνο του. Παρακολουθούσε μαθήματα στο πανεπιστήμιο, διάβαζε συστηματικά ό,τι κυκλοφορούσε στην Ευρώπη στον χώρο των ιδεών και της πολιτικής, και σταδιακά διαμόρφωσε μια φιλελεύθερη κοσμοθεωρία εντελώς διαφορετική από τις συντηρητικές παραδόσεις του φαναριώτικου περιβάλλοντος στο οποίο είχε μεγαλώσει. Ήταν εκεί που η μόρφωσή του απέκτησε την τελική της διάσταση: όχι πια απλώς γλωσσομάθεια και διοικητική εμπειρία, αλλά ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών πολιτικών ρευμάτων της εποχής.
Ο κύκλος της Πίζας: Σέλεϊ, Μαίρη και Βύρων
Το πιο ασυνήθιστο —και ιστορικά καθοριστικό— κεφάλαιο της παραμονής του στην Ιταλία υπήρξε η γνωριμία του με τον ποιητή Πέρσι Σέλεϊ και τη σύζυγό του, Μαίρη Σέλεϊ, συγγραφέα του «Φρανκενστάιν». Ο Μαυροκορδάτος άρχισε να διδάσκει αρχαία ελληνικά στη Μαίρη Σέλεϊ, μια σχέση διδασκαλίας που εξελίχθηκε σε στενή φιλία και, σύμφωνα με αρκετούς μελετητές, δημιούργησε δεσμούς αμοιβαίας εκτίμησης ανάμεσα στους δύο. Ο Πέρσι Σέλεϊ, μακριά από το να ενοχληθεί από αυτή τη σχέση, εντυπωσιάστηκε τόσο από τον νεαρό Έλληνα ώστε αργότερα του αφιέρωσε το δραματικό του ποίημα «Hellas», εμπνευσμένο ακριβώς από την Ελληνική Επανάσταση.
Μέσω του κύκλου των Σέλεϊ, οι ιδέες και οι πληροφορίες για την ελληνική υπόθεση έφτασαν και στον Λόρδο Βύρωνα. Η σχέση αυτή απέκτησε ιδιαίτερη σημασία τα επόμενα χρόνια, όταν ο Βύρων θα βρεθεί στην Ελλάδα και θα συνεργαστεί στενά με τον Μαυροκορδάτο στο Μεσολόγγι. Η γνωριμία αυτή με δύο από τις πλέον επιδραστικές λογοτεχνικές φυσιογνωμίες της ρομαντικής Ευρώπης δεν ήταν απλώς κοινωνική επιτυχία· ήταν πολιτικό κεφάλαιο. Μέσω της γνωριμίας του με τον Σέλεϊ, ο Μαυροκορδάτος κατάφερε να διοχετεύσει στον βρετανικό Τύπο δύο επιστολές με σχόλια για την ελληνική υπόθεση, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στη Morning Chronicle —την εφημερίδα με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία της εποχής— και στο περιοδικό Examiner.
Η στρατηγική σημασία αυτών των δημοσιεύσεων δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η φιλική αυτή σχέση φαίνεται πως έπαιξε ρόλο στη σταδιακή απόσταση του Μαυροκορδάτου από την παραδοσιακή φαναριώτικη προσήλωση στη Ρωσία, και στην επιφυλακτική στροφή του προς τα βρετανικά συμφέροντα — μια μετατόπιση που θα καθόριζε την πολιτική του τοποθέτηση για δεκαετίες, καθώς η μετέπειτα πορεία του συνδέθηκε στενά με τον αγγλόφιλο προσανατολισμό μέσα στην ελληνική πολιτική σκηνή.
Ο διπλωμάτης χωρίς κράτος
Ως το 1821, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος δεν ήταν πλέον απλώς ένας μορφωμένος Φαναριώτης με διοικητική εμπειρία σε μια παραδουνάβια ηγεμονία. Ήταν κάτι σπανιότερο: ένας άνθρωπος που κινούνταν άνετα ανάμεσα στα ανακτοβούλια της Ανατολής και τα φιλελεύθερα σαλόνια της ρομαντικής Ευρώπης, που είχε πρόσβαση στον βρετανικό Τύπο, φιλίες με τους μεγαλύτερους ποιητές της εποχής, και βαθιά κατανόηση τόσο της οθωμανικής διοίκησης όσο και των ευρωπαϊκών πολιτικών ρευμάτων.
Αυτό ακριβώς το προφίλ —μοναδικό ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της επερχόμενης Επανάστασης— θα τον καθιστούσε, τον Ιούλιο του 1821, σε ηλικία μόλις τριάντα ετών, μια από τις πλέον καθοριστικές πολιτικές μορφές του Αγώνα: όχι πολεμιστή, αλλά διαπραγματευτή· όχι οπλαρχηγό, αλλά τον άνθρωπο που θα μιλούσε στη γλώσσα της Ευρώπης εκ μέρους μιας επανάστασης που χρειαζόταν, πάνω απ’ όλα, να πειστεί ο έξω κόσμος πως άξιζε την υποστήριξή του.
