Η καταγωγή των δύο αδελφών
Ο Ίδας και ο Λυγκέας ήταν γιοι του Αφαρέα, βασιλιά της Μεσσηνίας, και της Αρήνης (ή κατ’ άλλους της Λαοκόωσας). Ο Αφαρέας ήταν γιος του Περιήρη και εγγονός του Αιόλου, και βασίλευε στη δυτική Πελοπόννησο, στη Μεσσηνία, με πρωτεύουσα την πόλη Άρενα.
Οι δύο αδελφοί ξεχώριζαν για διαφορετικούς λόγους: ο Ίδας φημιζόταν για τη σωματική του δύναμη και το ασυγκράτητο θάρρος του —θεωρούνταν από τους ισχυρότερους θνητούς της γενιάς του, τόσο που κατά μία εκδοχή τόλμησε να αναμετρηθεί ακόμη και με τον ίδιο τον θεό Απόλλωνα για χάρη της Μάρπησσας. Ο Λυγκέας, αντίθετα, ήταν διάσημος για την υπερφυσική οξυδέρκειά του: η παράδοση έλεγε πως μπορούσε να δει ακόμη και μέσα από στερεά αντικείμενα, όπως ο κορμός ενός δέντρου ή τα σπλάχνα της γης, γεγονός που τον έκανε προσωποποίηση της απόλυτης παρατηρητικότητας.
Η συμμετοχή στην Αργοναυτική εκστρατεία
Και οι δύο αδελφοί συγκαταλέγονταν ανάμεσα στους Αργοναύτες που συνόδευσαν τον Ιάσονα στην αναζήτηση του Χρυσόμαλλου Δέρατος. Ο Λυγκέας, χάρη στην εξαιρετική του όραση, χρησίμευε συχνά ως παρατηρητής και οδηγός του πλοίου, ικανός να εντοπίζει κινδύνους και ξηρά από μεγάλη απόσταση. Στην ίδια εκστρατεία συμμετείχαν και οι Διόσκουροι, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης (Πολυδεύκης/Πολλούξ), γιοι της Λήδας —οι μελλοντικοί τους αντίπαλοι.
Η αρπαγή των Λευκιππίδων
Η σύγκρουση που έμελλε να στοιχίσει τη ζωή και στους τέσσερις άνδρες ξεκίνησε από μια διαμάχη για δύο γυναίκες: τις Λευκιππίδες, την Φοίβη και την Ιλάειρα, κόρες του Λευκίππου, θείου τους (αδελφού του Αφαρέα και του Τυνδάρεω).
Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή του μύθου, οι δύο Λευκιππίδες ήταν ήδη αρραβωνιασμένες με τον Ίδα και τον Λυγκέα. Ωστόσο ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, γοητευμένοι από την ομορφιά τους, τις άρπαξαν και τις παντρεύτηκαν, προσβάλλοντας έτσι βαριά τους ξαδέλφους τους. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν, κατά την παράδοση, ο Άνωγρος (γιος του Κάστορα) και ο Μνασίνους (γιος του Πολυδεύκη).
Η αρπαγή αυτή αποτέλεσε την πρώτη αιτία της έχθρας ανάμεσα στις δύο οικογένειες.
Η διαμάχη για τα βόδια
Μια δεύτερη, εξίσου σημαντική εκδοχή της διαμάχης αφορά μια κοινή επιδρομή για βόδια στην Αρκαδία. Σύμφωνα με αυτή την παράδοση, οι τέσσερις νέοι είχαν συμμετάσχει μαζί σε μια βοοκλοπή και έπρεπε να μοιραστούν τη λεία. Ο Ίδας, γνωστός για την πονηριά του εξίσου με τη δύναμή του, πρότεινε ένα τέχνασμα για τη διανομή: έσφαξε ένα βόδι, το χώρισε σε τέσσερα μέρη, και όρισε ότι όποιος έτρωγε πρώτος το μερίδιό του θα έπαιρνε τα μισά βόδια, ενώ όποιος τελείωνε δεύτερος θα έπαιρνε τα υπόλοιπα. Ο ίδιος ο Ίδας κατάφερε να καταβροχθίσει όχι μόνο το δικό του μερίδιο αλλά και εκείνο του αδελφού του Λυγκέα πρώτος, εξασφαλίζοντας έτσι το σύνολο της λείας για τους δύο αδελφούς και αφήνοντας τους Διόσκουρους χωρίς μερίδιο.
Οργισμένοι από αυτή την απάτη, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης οδήγησαν τα βόδια πίσω στη Λακωνία μόνοι τους, κλέβοντας παράλληλα και άλλα κοπάδια, ανάμεσά τους και ζώα που ανήκαν στον ίδιο τον Ίδα και τον Λυγκέα.
Η μοιραία μάχη
Οι δύο αιτίες της έχθρας —η αρπαγή των Λευκιππίδων και η διαμάχη για τη λεία— οδήγησαν τελικά σε ένοπλη σύγκρουση. Ο Ίδας και ο Λυγκέας αναζήτησαν τους Διόσκουρους για να διεκδικήσουν πίσω τα κλεμμένα κοπάδια, και τα δύο ζευγάρια αδελφών ήρθαν αντιμέτωπα.
Η περιγραφή της μάχης διαφέρει ανάλογα με την πηγή, όμως το βασικό σχήμα παραμένει σταθερό: ο Λυγκέας, χάρη στην εξαιρετική του όραση, εντόπισε τους Διόσκουρους κρυμμένους μέσα σε μια κοίλη βελανιδιά (ή κατ’ άλλους σε ένα πιθάρι) και ειδοποίησε τον αδελφό του. Ο Ίδας τότε εκσφενδόνισε το δόρυ του και τραυμάτισε θανάσιμα τον Κάστορα, τον θνητό από τους δύο Διόσκουρους, γιο του Τυνδάρεω.
Ο Πολυδεύκης, εξοργισμένος και θρηνώντας τον αδελφό του, όρμησε εναντίον του Λυγκέα και τον σκότωσε. Στη συνέχεια στράφηκε εναντίον του Ίδα, ο οποίος ετοιμαζόταν να τον χτυπήσει με έναν ογκόλιθο ή στήλη τάφου. Τη στιγμή εκείνη επενέβη ο ίδιος ο Δίας, πατέρας του Πολυδεύκη, ο οποίος έριξε κεραυνό εναντίον του Ίδα και τον κατακεραύνωσε, θέτοντας τέλος στη μάχη.
Το τέλος και η αθανασία των Διόσκουρων
Ο θάνατος του Κάστορα, του θνητού γιου του Τυνδάρεω, συνέτριψε τον Πολυδεύκη, γιο του Δία και συνεπώς αθάνατο. Δεν άντεχε να ζήσει χωρίς τον δίδυμο αδελφό του και ζήτησε από τον Δία να μοιραστεί μαζί του τη μοίρα του, είτε πεθαίνοντας μαζί του είτε παραχωρώντας του μέρος της αθανασίας του.
Ο Δίας, συγκινημένος από την αδελφική αφοσίωση, τους επέτρεψε να περνούν εναλλάξ, ανά ημέρα, τον χρόνο τους —τη μία μέρα στον Όλυμπο ανάμεσα στους θεούς και την επόμενη στον Άδη, ή, κατά άλλη εκδοχή, μοιράζοντας το χρόνο τους ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Έτσι οι Διόσκουροι έγιναν σύμβολο της αδελφικής αγάπης και τελικά μετατράπηκαν στον αστερισμό των Διδύμων.
Η σημασία του μύθου
Ο μύθος του Ίδα και του Λυγκέα εναντίον των Διόσκουρων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των συγκρούσεων ανάμεσα σε συγγενικές οικογένειες στην ελληνική μυθολογία, όπου η φιλοδοξία, η ζήλια και η επιθυμία για γυναίκες ή πλούτο οδηγούν σε καταστροφικές έριδες. Ταυτόχρονα αναδεικνύει δύο αντίθετα πρότυπα ηρωισμού: από τη μία την ωμή δύναμη και την πονηριά του Ίδα, και από την άλλη την οξυδέρκεια του Λυγκέα —χαρακτηριστικά που, παρά την αρχική τους υπεροχή, δεν στάθηκαν αρκετά απέναντι στη θεϊκή παρέμβαση του Δία.
Ο μύθος διασώζεται κυρίως στην Δέκατη Νεμεόνικη Ωδή του Πινδάρου, καθώς και σε μεταγενέστερες πηγές όπως ο Απολλόδωρος (Βιβλιοθήκη) και ο Θεόκριτος, με μικρές παραλλαγές ως προς τις λεπτομέρειες της αφήγησης.
