#image_title

Έκλεψαν Bitcoin άνω των 245 εκατ. δολαρίων και τα «έκαψαν» σε πολυτελή ζωή – 22χρονος δήλωσε ένοχος [Βίντεο]

9 Σεπτεμβρίου 2026

Ένοχος δήλωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες ο 22χρονος Malone Lam, πολίτης της Σιγκαπούρης και πρώην κάτοικος Μαϊάμι, για τον ρόλο του σε διεθνή εγκληματική οργάνωση που έκλεβε και ξέπλενε κρυπτονομίσματα συνολικής αξίας άνω των 245 εκατ. δολαρίων.

Η δήλωση ενοχής έγινε ενώπιον της ομοσπονδιακής δικαστή Colleen Kollar-Kotelly στην Ουάσινγκτον, με τον Lam να παραδέχεται τη συμμετοχή του σε συνωμοσία RICO, σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης.

Οι αμερικανικές αρχές τον θεωρούν ηγετικό στέλεχος του δικτύου, το οποίο φέρεται να είχε ως στόχο την κλοπή μεγάλων ποσοτήτων κρυπτονομισμάτων και στη συνέχεια το ξέπλυμα των παράνομων εσόδων.

Πώς φέρεται να λειτουργούσε το δίκτυο

Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, η εγκληματική δραστηριότητα ξεκίνησε τουλάχιστον τον Οκτώβριο του 2023 και συνεχίστηκε έως τον Μάιο του 2025.

Τα μέλη της ομάδας, τα οποία προέρχονταν από διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ αλλά και από άλλες χώρες, φέρεται να γνωρίστηκαν μέσω διαδικτυακών πλατφορμών gaming.

Οι αρχές υποστηρίζουν ότι ο Lam είχε κεντρικό ρόλο στον εντοπισμό των θυμάτων και στον συντονισμό των υπόλοιπων μελών. Χρησιμοποιούσε, μεταξύ άλλων, τα διαδικτυακά ψευδώνυμα «Anne Hathaway», «$$$» και «King Greavy».

Οι δράστες φέρεται να χρησιμοποιούσαν τεχνικές κοινωνικής μηχανικής για να παραπλανούν τα θύματά τους και να αποκτούν πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες που μπορούσαν να τους οδηγήσουν στα πορτοφόλια κρυπτονομισμάτων.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με τις αρχές, η δράση τους περιλάμβανε ακόμη και διαρρήξεις κατοικιών, προκειμένου να αποκτήσουν στοιχεία ή συσκευές που θα τους επέτρεπαν να μεταφέρουν τα κρυπτονομίσματα.

Μία από τις σημαντικότερες κλοπές που περιλαμβάνονται στην υπόθεση αφορούσε περισσότερα από 4.100 Bitcoin, τα οποία κατά τον χρόνο της συγκεκριμένης κλοπής αποτιμώνταν σε περίπου 263 εκατ. δολάρια.

Έως 500.000 δολάρια σε μία βραδιά

Μετά την απόκτηση των κρυπτονομισμάτων, τα μέλη του δικτύου φέρεται να διοχέτευαν μέρος των χρημάτων σε έναν ιδιαίτερα πολυτελή τρόπο ζωής.

Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης αναφέρει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δαπανούσαν έως και 500.000 δολάρια σε μία μόνο βραδιά σε νυχτερινά κέντρα.

Παράλληλα, τα χρήματα χρησιμοποιούνταν για την αγορά πανάκριβων ρολογιών, επώνυμων ρούχων και πολυτελών αξεσουάρ.

Σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, η ομάδα απέκτησε επίσης συλλογή εξωτικών και πολυτελών αυτοκινήτων, με την αξία ορισμένων οχημάτων να φτάνει έως και τα 3,8 εκατ. δολάρια, ενώ άλλα είχαν αξία περίπου 100.000 δολαρίων.

Στα έξοδα περιλαμβάνονταν ακόμη πολυτελείς κατοικίες στο Λος Άντζελες, τα Hamptons και το Μαϊάμι, ταξίδια με ιδιωτικά αεροσκάφη και υπηρεσίες προσωπικής ασφάλειας.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι αναφορές για τσάντες Hermès Birkin αξίας δεκάδων χιλιάδων δολαρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις αρχές, αγοράζονταν και στη συνέχεια δίνονταν ως δώρα ή πετιούνταν στο πλήθος κατά τη διάρκεια πάρτι σε νυχτερινά κέντρα.

Η σύλληψη και η ποινή

Ο Lam συνελήφθη στις 18 Σεπτεμβρίου 2025 σε ενοικιαζόμενη κατοικία του στο Μαϊάμι.

Η υπόθεση ερευνήθηκε από ομοσπονδιακές υπηρεσίες των ΗΠΑ, μεταξύ άλλων το FBI και την υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών της IRS.

Μετά τη δήλωση ενοχής, ο 22χρονος βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με το επόμενο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας. Για την κατηγορία στην οποία δήλωσε ένοχος προβλέπεται ποινή κάθειρξης που μπορεί να φτάσει έως και τα 20 χρόνια.

Η δικαστής Colleen Kollar-Kotelly έχει ορίσει ακρόαση για τις 8 Δεκεμβρίου 2026, ενώ η ημερομηνία επιβολής της ποινής δεν έχει ακόμη οριστεί.

Η ομοσπονδιακή εισαγγελέας της Ουάσινγκτον Jeanine Ferris Pirro δήλωσε ότι οι αμερικανικές αρχές θα συνεχίσουν να εντοπίζουν και να αντιμετωπίζουν εγκληματικά δίκτυα που χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να κλέβουν ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία.

Η υπόθεση αναδεικνύει, σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, τον τρόπο με τον οποίο οργανωμένες ομάδες κυβερνοεγκλήματος μπορούν να συνδυάζουν διαδικτυακή εξαπάτηση, κλοπή κρυπτονομισμάτων και ξέπλυμα χρημάτων, διοχετεύοντας στη συνέχεια τα παράνομα έσοδα σε πολυτελή αγαθά και υπηρεσίες.