Έξι μήνες μετά την έναρξή του, ο πόλεμος ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν δεν δείχνει σημάδια πραγματικής αποκλιμάκωσης. Αντίθετα, στην αρχή του Σεπτεμβρίου 2026, η ένταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ —τη στενωπό από την οποία περνάει περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου— παραμένει το επίκεντρο μιας σύγκρουσης που έχει πλέον απλωθεί πολύ πέρα από τα σύνορα του Ιράν.
Πώς φτάσαμε ως εδώ
Η σύγκρουση ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ πραγματοποίησαν αιφνιδιαστικά αεροπορικά χτυπήματα κατά στρατιωτικών και κυβερνητικών στόχων στο Ιράν, μεταξύ των οποίων και ο θάνατος του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ. Το Ιράν απάντησε κλείνοντας ουσιαστικά τα Στενά του Ορμούζ, βάζοντας ναρκάλευτα, επιτιθέμενο σε εμπορικά πλοία και επιβάλλοντας απαγόρευση διέλευσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, με τη σειρά τους, ξεκίνησαν στις 19 Μαρτίου εκτεταμένη αεροπορική εκστρατεία με στόχο να «ξανανοίξουν» τη στενωπό, χτυπώντας ιρανικά ναυτικά σκάφη, drones και υποδομές παρακολούθησης των ακτών.
Μετά την αποτυχία των λεγόμενων Συνομιλιών του Ισλαμαμπάντ να τερματίσουν τη σύγκρουση, οι ΗΠΑ επέβαλαν στις 13 Απριλίου ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών. Ο αποκλεισμός αυτός διακόπηκε και επανήλθε στις 14 Ιουλίου, όταν οι ΗΠΑ επανέφεραν τον ναυτικό αποκλεισμό. Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα του Reuters, το Ιράν έχει περάσει περίπου εφτά εβδομάδες χωρίς ουσιαστικές εξαγωγές αργού πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, καθώς ο αμερικανικός αποκλεισμός πέτυχε εκεί όπου απέτυχαν χρόνια κυρώσεων, κόβοντας μία από τις βασικές πηγές συναλλαγματικών εσόδων της Τεχεράνης. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκστρατείες κυρώσεων, όταν το ιρανικό αργό συνέχιζε να φτάνει σε αγοραστές παρά τους περιορισμούς, ο τρέχων αποκλεισμός έχει σταματήσει τα φορτία αργού πετρελαίου προς την Κίνα, τον μόνο μεγάλο εναπομείναντα πελάτη πετρελαίου της Τεχεράνης.
Η νέα προειδοποίηση της Τεχεράνης
Η επικαιρότητα των τελευταίων ημερών περιστρέφεται γύρω από δηλώσεις του Προέδρου της ιρανικής Βουλής, Μοχάμαντ Μπακέρ Γκαλιμπάφ, ο οποίος έχει επαναλάβει με σαφήνεια τη θέση της Τεχεράνης: αν το Ιράν δεν μπορεί να εξάγει πετρέλαιο, τότε ούτε καμία άλλη χώρα της περιοχής θα μπορεί να το κάνει. Σε ανάρτησή του, Ο Γκαλιμπάφ προειδοποίησε πως αν το Ιράν δεν μπορεί να πουλήσει πετρέλαιο, τότε ούτε άλλες χώρες της περιοχής θα μπορούν να συνεχίσουν τις εξαγωγές πετρελαίου τους, τονίζοντας ότι η ασφάλεια στα Στενά προϋποθέτει την απουσία των «τρομοκρατικών αμερικανικών στρατευμάτων». Η ρητορική αυτή δεν είναι καινούρια —η συγκεκριμένη θέση έχει διατυπωθεί ήδη από τον Ιούλιο— αλλά επανέρχεται τώρα σε μια στιγμή που ο αποκλεισμός φαίνεται να έχει πραγματικά αποδυναμώσει τα οικονομικά του καθεστώτος.
Παράλληλα, η αμερικανική πλευρά μέσω της CENTCOM διαψεύδει ισχυρισμούς της ιρανικής Επαναστατικής Φρουράς (IRGC) ότι ελέγχει πλήρως τα Στενά, υποστηρίζοντας ότι έχει διευκολύνει τη διέλευση εκατοντάδων πλοίων τους τελευταίους μήνες. Πρόκειται, δηλαδή, για δύο εντελώς αντικρουόμενες αφηγήσεις σχετικά με το ποιος ελέγχει στην πράξη τη ζωτικής σημασίας στενωπό.
Το διεθνές πλαίσιο: κυρώσεις που δεν πιάνουν τόπο
Μια εξέλιξη που δείχνει τα όρια της αμερικανικής πίεσης ήρθε στο τέλος Αυγούστου, όταν οι ηγέτες Κίνας, Ρωσίας και Ινδίας συναντήθηκαν στο Μπισκέκ για την ετήσια σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας Σαγκάης, με την παρουσία και του Ιρανού Προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν. Στην τελική διακήρυξη της συνόδου ζητήθηκε η δημιουργία μιας νέας αναπτυξιακής τράπεζας με σκοπό, όπως τη διατύπωσε ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, τη μέγιστη ανεξαρτησία από χρηματοπιστωτικά συστήματα που χρησιμοποιούνται ως όπλο για μονομερή πλεονεκτήματα στις διεθνείς υποθέσεις. Η σύνοδος αυτή πραγματοποιήθηκε μόλις μία εβδομάδα μετά την ανακοίνωση νέου πακέτου αμερικανικών κυρώσεων κατά του Ιράν — κυρώσεων που, αντί για απομόνωση, έτυχαν θερμής υποδοχής στο Μπισκέκ, καταδεικνύοντας ότι η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στο να διασφαλίσει διεθνή συμμόρφωση με τις κυρώσεις της.
Η διεύρυνση του πολέμου πέρα από το Ιράν
Ένα από τα πιο ανησυχητικά χαρακτηριστικά της τρέχουσας φάσης της σύγκρουσης είναι η επέκτασή της σε γειτονικές χώρες που δεν αποτελούν επίσημα μέρος του πολέμου. Το Κατάρ, που φιλοξενεί τη μεγαλύτερη αμερικανική στρατιωτική βάση στη Μέση Ανατολή, έχει δεχθεί επανειλημμένα ιρανικά πλήγματα από την έναρξη της σύγκρουσης, ενώ παράλληλα κατηγορεί ανοιχτά το Ισραήλ ότι εκμεταλλεύεται τη σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν για να κλιμακώσει τις δικές του στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο εκπρόσωπος του κατarινού Υπουργείου Εξωτερικών, Μάτζεντ αλ-Ανσάρι, δήλωσε πρόσφατα ότι το Ισραήλ χρησιμοποιεί την ευρύτερη περιφερειακή κλιμάκωση για να δημιουργήσει «νέες πραγματικότητες» στη Γάζα, τη Δυτική Όχθη, την Ιερουσαλήμ, τον Λίβανο και τη Συρία, καλώντας τη διεθνή κοινότητα να λάβει «απτά μέτρα» εναντίον της ισραηλινής κυβέρνησης.
Πράγματι, ισραηλινά πλήγματα στη Γάζα, τον Λίβανο και τη Συρία συνεχίζονται παράλληλα με τον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν, με αναφορές για νεκρούς, μεταξύ των οποίων και παιδιά, στη Γάζα τις τελευταίες ημέρες. Ταυτόχρονα, το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα του ΟΗΕ (WFP) ανακοίνωσε πως λόγω έλλειψης χρηματοδότησης αναγκάζεται να μειώσει στο μισό την επισιτιστική βοήθεια στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, από 400.000 σε 200.000 ανθρώπους, εν μέσω κλιμάκωσης των επιδρομών εποίκων και των στρατιωτικών επιχειρήσεων του ισραηλινού στρατού.
Οι οικονομικές συνέπειες στην παγκόσμια αγορά ενέργειας
Οι επιπτώσεις του πολέμου στην παγκόσμια οικονομία υπήρξαν εμφανείς από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες. Οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύθηκαν κατά περισσότερο από 40% τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης, με το αργό τύπου Brent να ξεπερνά τα 106 δολάρια το βαρέλι, ενώ αναλυτές προειδοποιούσαν τότε πως οι τιμές θα μπορούσαν να παραμείνουν αυξημένες ακόμη και αν ο πόλεμος τελείωνε γρήγορα, λόγω των ζημιών σε εγκαταστάσεις και της αυξημένης επικινδυνότητας για τη ναυτιλία. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου εκτίμησε ότι, αν οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου παραμείνουν υψηλές για το υπόλοιπο του έτους, αυτό θα μπορούσε να μειώσει την προβλεπόμενη παγκόσμια ανάπτυξη του 2026 κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την πλευρά της, έχει προειδοποιήσει ότι οι τιμές ενέργειας δεν αναμένεται να επιστρέψουν σε κανονικά επίπεδα ακόμη και αν ο πόλεμος λήξει σύντομα.
Πού βρισκόμαστε τώρα
Έξι μήνες μετά την αρχική έκρηξη της σύγκρουσης, η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή ενός πολέμου χωρίς σαφή τέλος και με πολλαπλά, αλληλένδετα μέτωπα: στρατιωτικό στα Στενά του Ορμούζ, οικονομικό στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, διπλωματικό στις αποτυχημένες προσπάθειες διαμεσολάβησης, και ανθρωπιστικό στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη. Η δήλωση Γκαλιμπάφ των τελευταίων ημερών —ότι «κανείς δεν θα μπορεί να εξάγει πετρέλαιο» αν ενταθεί ο αμερικανικός αποκλεισμός— δεν είναι απλώς ρητορική απειλή, αλλά αντανακλά μια πραγματικότητα: το Ιράν, με τα οικονομικά του υπό ασφυκτική πίεση, φαίνεται αποφασισμένο να απαντήσει σε κάθε κλιμάκωση με ισοδύναμη ή μεγαλύτερη διατάραξη μιας από τις πιο κρίσιμες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη — με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τις τιμές ενέργειας και την παγκόσμια οικονομία τους επόμενους μήνες.
