Πόσες φορές έχεις σκεφτεί να πας μόνος σε ταβέρνα, μπαρ ή σινεμά και τελικά το ανέβαλες επειδή «δεν έχεις παρέα»; Για πολλούς Έλληνες αυτό δεν είναι μόνο προσωπική ντροπαλότητα. Θα μπορούσε να έχει και πολιτισμικές ρίζες.
Η Ελλάδα ως σχετικά συλλογική κοινωνία
Στη γνωστή τυπολογία του Ολλανδού κοινωνιολόγου Geert Hofstede, η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλό δείκτη ατομικισμού: 35. Σε ευρωπαϊκή σύγκριση αυτό την κατατάσσει στις κοινωνίες με σχετικά χαμηλό ατομικισμό. Δεν είναι από τις πιο συλλογικές χώρες στον κόσμο — αρκετές ασιατικές και αφρικανικές κοινωνίες έχουν ακόμη χαμηλότερα σκορ — αλλά μέσα στην Ευρώπη η διαφορά είναι σαφής.
Στις συλλογικές κουλτούρες η ταυτότητα συνδέεται πιο στενά με την ομάδα: οικογένεια, παρέα, δίκτυο. Η κοινωνική ζωή οργανώνεται περισσότερο γύρω από το «εμείς». Η κίνηση εκτός ομάδας μπορεί να φαίνεται ασυνήθιστη, όχι επειδή απαγορεύεται, αλλά επειδή δεν είναι το προεπιλεγμένο μοτίβο.
Η ίδια προσέγγιση έχει καταγράψει και πολύ υψηλή αποφυγή αβεβαιότητας στην Ελλάδα: 112 στο κλασικό μοντέλο του Hofstede, μία από τις υψηλότερες τιμές που έχουν καταγραφεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες «φοβούνται τα πάντα». Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου μοντέλου, συνδέεται με μεγαλύτερη προτίμηση για οικεία, προβλέψιμα πλαίσια. Η μοναχική έξοδος σε δημόσιο χώρο μπορεί, ως πιθανή ερμηνεία, να βιώνεται ως πιο εκτεθειμένη και λιγότερο προκαθορισμένη.
Ο Hofstede μετρά εθνικούς μέσους όρους, όχι τον κάθε άνθρωπο χωριστά. Δεν αποδεικνύει από μόνος του γιατί κάποιος ακυρώνει ένα τραπέζι. Προσφέρει όμως ένα πιθανό πλαίσιο για να διαβαστεί μια συνήθεια που στην Ελλάδα φαίνεται επίμονη.
Το «τι θα πουν» ως άτυπος κανόνας
Σε κοινωνίες όπου η ομάδα είναι ο φυσικός χώρος κοινωνικοποίησης, το βλέμμα των άλλων μπορεί να λειτουργεί σαν αόρατος οδηγός. Το να κάθεσαι μόνος σε ταβέρνα ή να πίνεις μόνος καφέ μπορεί να ερμηνευτεί — σωστά ή λάθος — ως μοναξιά, ως αδυναμία να μαζέψεις παρέα, ή απλώς ως «περίεργο».
Αυτό δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. Ενισχύεται όμως εκεί όπου το κοινό τραπέζι θεωρείται ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Σε κοινωνίες με ισχυρότερο ατομικιστικό προσανατολισμό η μοναχική έξοδος μπορεί να είναι περισσότερο κανονικοποιημένη και να αντιμετωπίζεται συχνότερα ως προσωπική επιλογή.
Η παρατήρηση ότι στην ελληνική ταβέρνα το «τραπέζι για έναν» δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο είναι διαδεδομένη· δεν χρειάζεται κανέναν δείκτη για να αναγνωρίσει κανείς ότι αποτελεί μια οικεία κοινωνική εικόνα.
Η οικογένεια και η παρέα ως κέντρο βάρους
Στο ίδιο πολιτισμικό πλαίσιο, το άτομο συχνά «διαβάζεται» σε σχέση με το δίκτυό του. Η οικογένεια και η παρέα δεν είναι απλώς παρέα για το βράδυ· αποτελούν σημαντικό τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η κοινωνική παρουσία. Η κοινή τράπεζα, η κοινή έξοδος, το κοινό ταξίδι λειτουργούν συχνά ως αυτονόητα.
Γι’ αυτό η δυσκολία να βγει κανείς μόνος δεν είναι απαραίτητα φόβος της μοναξιάς. Μερικές φορές μπορεί απλώς να οφείλεται στο ότι η έξοδος έχει μάθει να σημαίνει συνάντηση.
Δεν είναι μόνο πολιτισμός — είναι και γενιά, και πόλη
Η εικόνα δεν είναι στατική. Νεότερες γενιές, με περισσότερα ταξίδια, άλλη σχέση με τον χρόνο και πιο αστική καθημερινότητα, φαίνεται να αποδέχονται περισσότερο τη μοναχική έξοδο, ιδίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Αυτό είναι εντύπωση που ενισχύεται από την εμπειρία, όχι τεκμηριωμένο ποσοτικό εύρημα.
Οι παλιές νόρμες όμως δεν εξαφανίζονται επειδή κάποιος τις βαρέθηκε. Μπορεί να μην τις ονομάζει κανείς «συλλογικότητα» ή «αποφυγή αβεβαιότητας» και παρ’ όλα αυτά να τις νιώθει όταν σκέφτεται να μπει μόνος σε μια γεμάτη ταβέρνα.
Συμπέρασμα
Η δυσκολία πολλών Ελλήνων να βγουν μόνοι δεν εξηγείται μόνο με τον χαρακτήρα. Θα μπορούσε να συνδέεται και με μια κουλτούρα που, σε ευρωπαϊκή κλίμακα, οργανώνει σε σημαντικό βαθμό την κοινωνική ζωή γύρω από την ομάδα, την οικογένεια και την παρέα.
Το ερώτημα δεν είναι αν «πρέπει» να βγαίνουμε μόνοι. Είναι αν η μοναχική έξοδος μπορεί να θεωρηθεί απλή επιλογή — χωρίς να χρειάζεται δικαιολογία, παρέα ή εξήγηση.
Σημείωση: Το θέμα δεν αφορά μετρήσιμο γεγονός αλλά κοινωνική συμπεριφορά. Το κείμενο είναι ανάλυση, στηριγμένη σε γνωστή έρευνα πολιτισμικών διαστάσεων και σε παρατηρήσεις για την ελληνική κοινωνική ζωή — όχι αδιαμφισβήτητη απόδειξη.
