#image_title

Γιατί λέμε «σε μένα δεν θα συμβεί»: Η ψυχολογία πίσω από την υποτίμηση του κινδύνου

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

27 Αυγούστου 2026

Καπνιστές που πιστεύουν ότι δεν θα αρρωστήσουν, οδηγοί που στέλνουν μήνυμα ενώ οδηγούν επειδή «ξέρουν τι κάνουν», άνθρωποι που αναβάλλουν τον προληπτικό ιατρικό έλεγχο επειδή «δεν τους κολλάει». Το φαινόμενο έχει όνομα στην ψυχολογία: προκατάληψη αισιοδοξίας (optimism bias) ή μη ρεαλιστική αισιοδοξία (unrealistic optimism). Πρόκειται για μία από τις πιο καλά τεκμηριωμένες γνωστικές προκαταλήψεις στη βιβλιογραφία, με δεκάδες χρόνια εμπειρικής έρευνας πίσω της.

Η πρώτη συστηματική μελέτη

Ο ψυχολόγος Neil Weinstein ήταν από τους πρώτους που τεκμηρίωσε συστηματικά το φαινόμενο, στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές του 1980. Σε έρευνές του ζήτησε από φοιτητές να συγκρίνουν την πιθανότητα να τους συμβούν αρνητικά γεγονότα (διαζύγιο, καρδιακό επεισόδιο, ανεργία) σε σχέση με τους συνομηλίκους τους. Σχεδόν σταθερά, οι συμμετέχοντες εκτιμούσαν τον δικό τους κίνδυνο ως χαμηλότερο από τον μέσο όρο — κάτι που είναι στατιστικά αδύνατο να ισχύει για όλους ταυτόχρονα. Αυτό το εύρημα αναπαράχθηκε έκτοτε σε εκατοντάδες μελέτες, για κινδύνους από ατυχήματα μέχρι ασθένειες.

Οι μηχανισμοί πίσω από την προκατάληψη

Η υποτίμηση του κινδύνου δεν είναι απλώς «αφέλεια». Στηρίζεται σε συγκεκριμένους γνωστικούς και συναισθηματικούς μηχανισμούς:

Ψευδαίσθηση ελέγχου. Τείνουμε να πιστεύουμε ότι έχουμε μεγαλύτερο έλεγχο πάνω σε τυχαία ή εν μέρει τυχαία γεγονότα απ’ όσο πραγματικά έχουμε. Ο οδηγός που στέλνει μήνυμα πιστεύει ότι ο δικός του χειρισμός του τιμονιού είναι πιο έμπειρος από των άλλων — άρα ο κίνδυνος «δεν τον αφορά».

Εγωκεντρική σύγκριση. Όταν συγκρίνουμε τον εαυτό μας με μια αφηρημένη ομάδα («ο μέσος άνθρωπος»), τείνουμε να σκεφτόμαστε πρώτα τις δικές μας συνήθειες και προφυλάξεις, και λιγότερο αυτές των άλλων. Το αποτέλεσμα είναι μια συστηματική ασυμμετρία υπέρ του εαυτού.

Ευρετική διαθεσιμότητας (availability heuristic). Εκτιμούμε την πιθανότητα ενός κινδύνου με βάση το πόσο εύκολα μας έρχονται στο μυαλό παραδείγματα. Αν δεν έχουμε ζήσει προσωπικά ή δεν θυμόμαστε ζωντανά ένα αρνητικό γεγονός, το θεωρούμε λιγότερο πιθανό να μας συμβεί.

Κίνητρα προστασίας του εαυτού (motivated reasoning). Η αποδοχή υψηλού προσωπικού κινδύνου προκαλεί άγχος. Το μυαλό, για να διατηρήσει τη συναισθηματική ισορροπία, τείνει να επεξεργάζεται τις πληροφορίες με τρόπο που ελαχιστοποιεί την απειλή.

Τι δείχνει η νευροεπιστήμη

Η ερευνήτρια Tali Sharot και οι συνεργάτες της μελέτησαν το φαινόμενο με λειτουργική απεικόνιση εγκεφάλου. Σε πειράματα όπου ζητήθηκε από συμμετέχοντες να εκτιμήσουν την πιθανότητα να τους συμβούν διάφορα αρνητικά γεγονότα και στη συνέχεια τους δόθηκε ανατροφοδότηση με τα πραγματικά στατιστικά στοιχεία, παρατηρήθηκε ένα χαρακτηριστικό μοτίβο: όταν η πληροφορία ήταν καλύτερη από την αρχική εκτίμηση, οι συμμετέχοντες την ενσωμάτωναν εύκολα στις πεποιθήσεις τους· όταν ήταν χειρότερη, την ενσωμάτωναν πολύ λιγότερο. Αυτή η ασύμμετρη ενημέρωση πεποιθήσεων συνδέθηκε με διαφορετική δραστηριότητα σε περιοχές του μετωπιαίου φλοιού, υποδεικνύοντας ότι η αισιόδοξη προκατάληψη δεν είναι απλώς αποτέλεσμα άγνοιας, αλλά ενεργά διατηρείται από τον τρόπο που επεξεργαζόμαστε νέα δεδομένα.

Γιατί δεν είναι απλώς «κακό»

Η προκατάληψη αισιοδοξίας δεν είναι καθαρά δυσλειτουργική. Συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και κίνητρο να επιχειρήσουμε δύσκολα εγχειρήματα — από την έναρξη μιας επιχείρησης μέχρι την ανάρρωση από ασθένεια. Ένας ρεαλιστής απόλυτης ακρίβειας θα μπορούσε, θεωρητικά, να είναι λιγότερο λειτουργικός ψυχολογικά. Η μέτρια αισιοδοξία φαίνεται να έχει προσαρμοστική αξία.

Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η προκατάληψη επηρεάζει συγκεκριμένες, ελέγξιμες συμπεριφορές κινδύνου: οδήγηση, κάπνισμα, προστασία από τον ήλιο, οικονομικές αποφάσεις, προληπτική ιατρική. Εκεί, η υποτίμηση του προσωπικού κινδύνου μεταφράζεται σε λιγότερη προφύλαξη — και αυτό έχει μετρήσιμο κόστος.

Πώς μετριάζεται

Η έρευνα δείχνει ότι η απλή παροχή στατιστικών στοιχείων σπάνια αλλάζει τη συμπεριφορά, ακριβώς επειδή η προκατάληψη λειτουργεί σε επίπεδο επεξεργασίας πληροφορίας και όχι έλλειψης γνώσης. Πιο αποτελεσματικές αποδεικνύονται προσεγγίσεις όπως:

  • Η εξατομικευμένη ανατροφοδότηση κινδύνου, που συνδέει τη γενική στατιστική με τη συγκεκριμένη προσωπική κατάσταση του ατόμου, αντί για αφηρημένους μέσους όρους.
  • Η αναδιατύπωση σε επίπεδο συγκεκριμένων ενεργειών («αν δεν φοράς ζώνη, ο κίνδυνος θανάτου σε τροχαίο αυξάνεται κατά Χ») αντί για γενικές προειδοποιήσεις.
  • Η δημιουργία συνθηκών όπου η ασφαλής συμπεριφορά γίνεται προεπιλογή (π.χ. αυτόματη υπενθύμιση προληπτικού ελέγχου), ώστε να μην απαιτείται συνειδητή αντιστάθμιση της προκατάληψης κάθε φορά.

Συμπέρασμα

Το «σε μένα δεν θα συμβεί» δεν είναι ατομική αφέλεια, αλλά ένα βαθιά ριζωμένο γνωστικό μοτίβο με λειτουργικό ρόλο στην ψυχική μας υγεία και ταυτόχρονα πραγματικό κόστος στη διαχείριση κινδύνου. Η αναγνώρισή του δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνουμε απαισιόδοξοι, αλλά ότι αξίζει να είμαστε πιο προσεκτικοί ακριβώς στα σημεία όπου η αυτοπεποίθησή μας μας κάνει να παραβλέπουμε συγκεκριμένα, μετρήσιμα ρίσκα.