Ενώ η συζήτηση για τη φορολογία επικεντρώνεται συνήθως στους μισθούς και τον φόρο εισοδήματος, υπάρχει ένας «αθόρυβος» φόρος που όλοι πληρώνουμε καθημερινά, χωρίς καν να τον αντιλαμβανόμαστε πλήρως: η έμμεση φορολογία. Και τα στοιχεία δείχνουν πως το βάρος της πέφτει δυσανάλογα στους πιο αδύναμους οικονομικά πολίτες.
Τι είναι η έμμεση φορολογία και γιατί «κρύβεται»
Σε αντίθεση με τον φόρο εισοδήματος, που υπολογίζεται ανάλογα με όσα κερδίζει κανείς, η έμμεση φορολογία —κυρίως ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης (π.χ. στα καύσιμα)— επιβάλλεται στην κατανάλωση και όχι στο εισόδημα. Αυτό σημαίνει ότι ένας άνεργος και ένας μεγαλοεπιχειρηματίας πληρώνουν τον ίδιο συντελεστή φόρου όταν αγοράζουν το ίδιο προϊόν — π.χ. το ίδιο ΦΠΑ στο γάλα ή στη βενζίνη.
Η Ελλάδα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην έμμεση φορολογία
Σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση Φορολογίας 2026 της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης της ΕΕ, η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζει σημαντικό μέρος των φορολογικών της εσόδων στη φορολογία της μισθωτής εργασίας και στους έμμεσους φόρους, όπως ο ΦΠΑ και οι φόροι κατανάλωσης.
Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Μελέτη του Κέντρου Φιλελευθέρων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) δείχνει ότι η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες με υψηλό φορολογικό βάρος στην ΕΕ, ενώ τα κρατικά έσοδα στηρίζονται σημαντικά στην έμμεση φορολογία και ιδιαίτερα στον ΦΠΑ. Η συνολική βελτίωση από το 2019 έως το 2026 ήταν μόλις δύο ημέρες «φορολογικής ελευθερίας».
Ο ΦΠΑ «κρατάει» τα έσοδα του προϋπολογισμού
Για το 2026, τα φορολογικά έσοδα αναμένεται να ξεπεράσουν τα 73 δισ. ευρώ, με την έμμεση φορολογία να παραμένει βασικός πυλώνας του Κρατικού Προϋπολογισμού. Ο ΦΠΑ αναμένεται να αντιστοιχεί περίπου στο 71,5% των συνολικών εσόδων από έμμεσους φόρους. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό: τα έσοδα από έμμεσους φόρους αναμένεται να είναι περίπου 1,6 φορές υψηλότερα από εκείνα των άμεσων — γεγονός που καταδεικνύει τη μεγάλη βαρύτητα της κατανάλωσης στη φορολογική δομή.
Ποιοι πλήττονται περισσότερο
Η έμμεση φορολογία τείνει να επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδήματα: όσο χαμηλότερο είναι το εισόδημα ενός νοικοκυριού, τόσο μεγαλύτερο ποσοστό του διοχετεύεται σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες (τρόφιμα, ρεύμα, καύσιμα, μεταφορές) — άρα τόσο μεγαλύτερο είναι, αναλογικά, το ποσοστό του εισοδήματος που «φεύγει» σε ΦΠΑ και ειδικούς φόρους. Αντίθετα, ένα υψηλό εισόδημα αποταμιεύει ή επενδύει μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων του, «γλιτώνοντας» έτσι αναλογικά μεγαλύτερο κομμάτι από την έμμεση φορολόγηση. Οι βασικοί «χαμένοι» είναι επομένως:
- Χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, που ξοδεύουν σχεδόν όλο τους το εισόδημα σε κατανάλωση
- Πολύτεκνες και μονογονεϊκές οικογένειες, με αυξημένες ανάγκες σε βασικά αγαθά
- Συνταξιούχοι με χαμηλές συντάξεις
- Κάτοικοι ακριτικών και νησιωτικών περιοχών, όπου το κόστος μεταφοράς προϊόντων προσθέτει επιπλέον επιβάρυνση
Οι στοχευμένες ελαφρύνσεις δεν αλλάζουν τη «μεγάλη εικόνα»
Η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε ορισμένες παρεμβάσεις, όπως μείωση του ΦΠΑ κατά 30% σε μικρά νησιά του Βορείου Αιγαίου, της Δωδεκανήσου και στη Σαμοθράκη με πληθυσμό έως 20.000 κατοίκους, καθώς και αναμόρφωση της κλίμακας φόρου εισοδήματος από την 1η Ιανουαρίου 2026, η οποία μειώνει τη φορολογική επιβάρυνση για χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, χωρίς όμως να ανατρέπει τη συνολική εισπρακτική δυναμική του συστήματος. Ωστόσο, οι φοροελαφρύνσεις δεν αναιρούν τη σημαντική εξάρτηση του προϋπολογισμού από τους έμμεσους φόρους.
Το συμπέρασμα
Το ελληνικό φορολογικό σύστημα φαίνεται να παραμένει σε μεγάλο βαθμό «τυφλό» ως προς το εισόδημα όταν πρόκειται για την καθημερινή κατανάλωση — κάτι που μπορεί να ενισχύει την κοινωνική ανισότητα, αφού το ίδιο ακριβώς ποσό φόρου σε ένα βασικό αγαθό «ζυγίζει» πολύ περισσότερο στην τσέπη ενός χαμηλόμισθου παρά σε εκείνη ενός υψηλού εισοδήματος.
