Δύο κρίσιμες ηλικίες για την έκθεση σε οθόνες: τι δείχνει νέα μακροχρόνια μελέτη

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

24 Αυγούστου 2026

Μια νέα μακροχρόνια έρευνα ρίχνει φως σε κάτι που πολλοί γονείς δεν είχαν φανταστεί: δεν μετράει μόνο πόσες ώρες περνάει ένα παιδί μπροστά σε οθόνες, αλλά και πότε ακριβώς συμβαίνει αυτό.

Μια μελέτη-«μαραθώνιος» οκτώ ετών

Ερευνητές από το Inserm και το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης παρακολούθησαν 502 παιδιά από τη γέννηση έως την ηλικία των 8 ετών, αντλώντας στοιχεία από τη μακροχρόνια κοόρτη Growing Up in Singapore Towards Healthy Outcomes (GUSTO). Οι γονείς κατέγραφαν τον χρόνο έκθεσης των παιδιών τους σε οθόνες σε έξι διαφορετικές χρονικές στιγμές: στο 1 έτος, στο 1,5, στα 2, στα 3, στα 6 και στα 8 έτη. Στη συνέχεια, οι επιστήμονες αξιολόγησαν τη σχολική επίδοση των παιδιών στα 9 τους χρόνια και τη μνήμη εργασίας τους στα 10,5.

Το αποτέλεσμα δημοσιεύτηκε στο έγκυρο περιοδικό World Journal of Pediatrics και αποκάλυψε κάτι απροσδόκητο.

Δύο «παράθυρα ευαισθησίας» ξεχωρίζουν

Αντί ο συνολικός χρόνος οθόνης να λειτουργεί ενιαία σε όλη την παιδική ηλικία, η έρευνα εντόπισε ότι τα παιδιά με μεγαλύτερη έκθεση σε οθόνες γύρω στο 1 έτος και ξανά γύρω στα 6 έτη έτειναν να εμφανίζουν αδύναμη μνήμη εργασίας και χαμηλότερη σχολική επίδοση χρόνια αργότερα. Αντίθετα, ο χρόνος οθόνης στα 2 και στα 3 έτη δεν συνδέθηκε σημαντικά με αυτά τα αποτελέσματα — μια λεπτομέρεια που δείχνει ότι η επίδραση δεν είναι γραμμική, αλλά εξαρτάται έντονα από το αναπτυξιακό στάδιο του εγκεφάλου.

Πιο συγκεκριμένα, στατιστικά η σχέση ήταν ξεκάθαρη: μεγαλύτερος χρόνος οθόνης στο 1 έτος (β = –1,12) και στα 6 έτη (β = –1,01) συνδέθηκε με χειρότερη μνήμη εργασίας στα 10,5 έτη.

Όπως σημείωσαν οι ίδιοι οι ερευνητές, τα μεγέθη επίδρασης που παρατηρήθηκαν στο 1 έτος ήταν τα μεγαλύτερα από όλες τις χρονικές στιγμές που εξετάστηκαν, κάτι που τους οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η βρεφική ηλικία μπορεί να αποτελεί ένα παράθυρο αυξημένης ευαισθησίας, όταν ο αναπτυσσόμενος εγκέφαλος είναι ιδιαίτερα ευάλωτος σε εξωτερικές επιδράσεις.

Πόσες ώρες οθόνης έχουν πραγματικά τα παιδιά;

Τα δεδομένα της μελέτης δείχνουν πως η έκθεση σε οθόνες δεν είναι καθόλου αμελητέα από πολύ νωρίς. Ο μέσος ημερήσιος χρόνος οθόνης ανέβαινε σταδιακά καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, από περίπου 2,1 ώρες στο 1 έτος έως σχεδόν 3 ώρες στα 8 έτη. Αυτό ξεπερνά κατά πολύ τις συστάσεις των ειδικών: ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά μηδενική έκθεση σε οθόνες πριν τους 18-24 μήνες, ενώ η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής προτείνει λιγότερο από μία ώρα ημερησίως για παιδιά 2 έως 5 ετών — όρια που, όπως δείχνει η καθημερινότητα, πολλές οικογένειες δυσκολεύονται να τηρήσουν.

Γιατί η μνήμη εργασίας έχει σημασία

Η μνήμη εργασίας δεν είναι απλώς ένας ακαδημαϊκός όρος. Πρόκειται, όπως περιγράφεται χαρακτηριστικά, για το «νοητικό μπλοκ σημειώσεων» που χρησιμοποιούν τα παιδιά για να κρατούν και να επεξεργάζονται πληροφορίες, μια δεξιότητα που βρίσκεται στον πυρήνα σχεδόν κάθε σχολικής διαδικασίας — από την κατανόηση ενός προβλήματος μαθηματικών μέχρι το να θυμάται κανείς τι μόλις διάβασε σε μια πρόταση.

Τι σημαίνει αυτό για τους γονείς

Οι ερευνητές δεν προτείνουν πανικό, αλλά προσοχή στον χρονισμό. Η μελέτη ενισχύει την ιδέα ότι η πρώιμη παιδική ηλικία —ιδίως η βρεφική περίοδος και η μετάβαση προς το σχολείο— δεν είναι απλώς «ακόμα μια φάση», αλλά περίοδοι όπου οι συνήθειες που χτίζονται γύρω από τις οθόνες μπορεί να αφήνουν πιο μόνιμο αποτύπωμα απ’ όσο πιστεύαμε.

Φυσικά, πρόκειται για μελέτη συσχέτισης και όχι αιτιότητας — δεν αποδεικνύει ότι οι οθόνες προκαλούν από μόνες τους χαμηλότερη επίδοση, αλλά καταγράφει ένα πολύ συνεπές μοτίβο σε βάθος χρόνου. Όσο περισσότερες τέτοιες μελέτες συσσωρεύονται, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να αγνοηθεί η σημασία της χρονικής στιγμής —όχι μόνο της ποσότητας— στην έκθεση των παιδιών στην ψηφιακή τεχνολογία.