Στο περιθώριο του Εθνικού Πρωινού Προσευχής στο Κίεβο, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι συναντήθηκε με τους Αμερικανούς γερουσιαστές Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ και Τζέιμς Λάνκφορντ, σε μια ακόμη κίνηση της συνεχιζόμενης προσπάθειας του Κιέβου να διατηρήσει ζωντανή τη διακομματική αμερικανική στήριξη προς την Ουκρανία, καθώς ο πόλεμος με τη Ρωσία διανύει ήδη τον τέταρτο χρόνο του.
Το πλαίσιο της συνάντησης
Το Εθνικό Πρωινό Προσευχής της Ουκρανίας αποτελεί πλέον καθιερωμένο ετήσιο θεσμό στο Κίεβο, που φέρνει σε επαφή πολιτικούς, θρησκευτικούς ηγέτες και διεθνείς επισκέπτες, λειτουργώντας παράλληλα ως ένα από τα εργαλεία «ήπιας ισχύος» της ουκρανικής διπλωματίας εν μέσω πολέμου. Στη φετινή διοργάνωση, που πραγματοποιήθηκε στο Κίεβο, ο Ζελένσκι επιβεβαίωσε τη συνάντησή του με τους δύο γερουσιαστές μέσω ανάρτησης στο X, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του για αυτό που περιέγραψε ως αδιάκοπη, διακομματική και αμφικαμαρική αμερικανική στήριξη —δηλαδή στήριξη που προέρχεται τόσο από Δημοκρατικούς όσο και από Ρεπουμπλικανούς, και τόσο από τη Γερουσία όσο και από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Το νομοσχέδιο κυρώσεων Γκράχαμ
Στο κέντρο της συνομιλίας βρέθηκε το νομοσχέδιο κυρώσεων κατά Ρωσίας και Ιράν, γνωστό πλέον ως «Lindsey O. Graham Sanctioning Russia and Iran Act of 2026», σε ανάμνηση του γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο οποίος υπήρξε βασικός υποστηρικτής της νομοθεσίας πριν από τον απροσδόκητο θάνατό του τον Ιούλιο του 2026. Το νομοσχέδιο, που περιλαμβάνει δασμούς έως και 100% σε χώρες που αγοράζουν μεγάλες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου —κυρίως στοχεύοντας την Κίνα και την Ινδία— καθώς και πρόσθετες κυρώσεις εναντίον του Βλαντιμίρ Πούτιν, αξιωματούχων, ολιγαρχών και ρωσικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, εγκρίθηκε ήδη από τη Γερουσία στις 7 Αυγούστου 2026 με συντριπτική πλειοψηφία 86 έναντι 11 ψήφων. Ύστερα από αίτημα του προέδρου Τραμπ, το κείμενο επεκτάθηκε ώστε να περιλαμβάνει και ενισχυμένες κυρώσεις κατά του ενεργειακού και αμυντικού τομέα του Ιράν.
Το νομοσχέδιο βρίσκεται πλέον στη Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία όμως τελούσε σε διακοπές μέχρι τον Σεπτέμβριο, γεγονός που εξηγεί γιατί ο Ζελένσκι μίλησε για ελπίδα να «περάσει τελικά» η νομοθεσία, αντί να αναφερθεί σε ήδη ολοκληρωμένη διαδικασία. Η τελική έγκριση από τη Βουλή και η υπογραφή της από τον πρόεδρο θα αποτελούσαν σημαντική εξέλιξη για το Κίεβο, καθώς στοχεύουν άμεσα στα έσοδα που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική μηχανή.
Το ζήτημα των συστημάτων Patriot
Ο Ζελένσκι ενημέρωσε επίσης τους γερουσιαστές για τη συνεχιζόμενη ρωσική εκστρατεία βαλλιστικών πυραύλων εναντίον ουκρανικών πόλεων και υποδομών, κάτι που ο ίδιος έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει ως το τελευταίο ουσιαστικό πλεονέκτημα που διατηρεί η Μόσχα στον πόλεμο. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στη σημασία της υλοποίησης μιας απόφασης που είχε ανακοινωθεί τον Ιούλιο στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα: τη χορήγηση άδειας στην Ουκρανία να παράγει η ίδια πυραύλους-αναχαιτιστές του συστήματος Patriot, ώστε να μειωθεί η εξάρτησή της από απευθείας μεταφορές αμερικανικού οπλισμού.
Η υπόθεση αυτή, ωστόσο, δεν έχει προχωρήσει ομαλά. Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την αρχική ανακοίνωση Τραμπ στην Άγκυρα, ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος φάνηκε να κάνει πίσω, δηλώνοντας τον Ιούλιο ότι οι ΗΠΑ «δεν έχουν συμφωνήσει» ακόμη σε κάτι τέτοιο, επικαλούμενος τους κινδύνους μεταφοράς ευαίσθητης τεχνολογίας σε τρίτη χώρα. Παράλληλα, οι κατασκευάστριες εταιρείες Lockheed Martin και Raytheon φέρονται να έχουν επιβραδύνει τις σχετικές συζητήσεις, εν μέσω αμερικανικής γραφειοκρατίας και ερωτημάτων σχετικά με το πόσο εφικτή είναι στην πράξη η εγχώρια παραγωγή ενός τόσο πολύπλοκου συστήματος σε καιρό πολέμου. Ακόμη κι αν η άδεια οριστικοποιηθεί πλήρως, ειδικοί εκτιμούν ότι η αλυσίδα εφοδιασμού κρίσιμων εξαρτημάτων απαιτεί 24 έως 30 μήνες, γεγονός που σημαίνει πως οποιαδήποτε συμφωνία υπογραφεί φέτος δύσκολα θα αποδώσει τον πρώτο ουκρανικής κατασκευής πύραυλο πριν από το τέλος του 2027.
Διμερής συνεργασία και προοπτικές
Πέρα από τα δύο αυτά ζητήματα, ο Ζελένσκι ανέφερε ότι συζητήθηκε επίσης η ευρύτερη συνεργασία Ουκρανίας–ΗΠΑ, διμερείς συμφωνίες και υποσχόμενα κοινά έργα, χωρίς ωστόσο να δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες. Η συνάντηση εντάσσεται σε μια ευρύτερη, σχεδόν συνεχή προσπάθεια της ουκρανικής ηγεσίας να διατηρεί προσωπικές επαφές με μέλη του Κογκρέσου και από τα δύο κόμματα, κάτι που έχει αποδειχθεί καθοριστικό στο παρελθόν για τη διατήρηση της αμερικανικής στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς το Κίεβο.
Με τον πόλεμο να συνεχίζεται χωρίς ορατό τέλος, το νομοσχέδιο κυρώσεων να εκκρεμεί στη Βουλή, και το ζήτημα της παραγωγής Patriot να παραμένει σε εκκρεμότητα, η συνάντηση στο Κίεβο λειτούργησε κυρίως ως υπενθύμιση των τριών βασικών μετώπων στα οποία επικεντρώνεται σήμερα η ουκρανική διπλωματία στην Ουάσιγκτον: την πίεση στη Ρωσία μέσω κυρώσεων, την ενίσχυση της αεράμυνας απέναντι στους ρωσικούς βαλλιστικούς πυραύλους, και τη διατήρηση της πολιτικής βούλησης στο Κογκρέσο για συνέχιση της στήριξης.
