Ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος απάντησε στις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης για την πρόωρη αποπληρωμή χρέους, παρουσιάζοντας την κυβερνητική επιλογή ως υπεύθυνη οικονομική διαχείριση.
Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα ενός υπερχρεωμένου δανειολήπτη, εξηγεί ότι μετά από χρόνια θυσιών τα έσοδά του πλέον υπερβαίνουν τα έξοδα και αποταμιεύει. Με βάση τους όρους του δανείου, δεν μπορεί να ξοδέψει ελεύθερα το πλεόνασμα. Έχει δύο επιλογές: είτε να το χρησιμοποιήσει για ταχύτερη εξόφληση του χρέους είτε να το αφήσει στην τράπεζα χωρίς απόδοση. Αν ξοδέψει ανεξέλεγκτα, κινδυνεύει να δημιουργήσει ξανά ελλείμματα και να χρειαστεί νέο δανεισμό.
«Τι θα έκανε, λοιπόν, ένας νοικοκύρης δανειολήπτης;» διερωτάται. «Θα άφηνε το πλεόνασμα των καταθέσεών του να κάθεται στην τράπεζα; Ή θα το αξιοποιούσε ώστε να μειώσει ταχύτερα τα χρέη του και έτσι να πετύχει την οικονομική του ελευθερία γρηγορότερα; Η Ελλάδα κάνει ακριβώς αυτό».
Υπενθυμίζει ότι οι νέοι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες περιορίζουν την αύξηση των κρατικών δαπανών στο 3-3,5% ετησίως. Αφού έχουν ήδη πραγματοποιηθεί αυξήσεις σε υγεία, άμυνα, παιδεία, υποδομές, μισθούς και συντάξεις, το υπόλοιπο πλεόνασμα κατευθύνεται στη μείωση του χρέους. Έτσι, σύμφωνα με τον υπουργό, αποφεύγονται ελλείμματα και μεταφέρονται λιγότερα χρέη στις επόμενες γενιές, ενώ αυξάνονται οι βαθμοί ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής.
Αναφερόμενος στις αντιδράσεις κομμάτων που έχουν κυβερνήσει στα χρόνια της κρίσης, ο κ. Σκέρτσος σημειώνει ότι είτε αγνοούν τους νέους ευρωπαϊκούς κανόνες είτε τους γνωρίζουν και προτείνουν δαπάνες που θα έθεταν ξανά τη χώρα σε επιτήρηση. Και στις δύο περιπτώσεις, καταλήγει, πρόκειται για τεράστια ανευθυνότητα, καθώς η κοινωνία που υπέφερε από άφρονες πολιτικές στο παρελθόν παρακολουθεί και κρίνει.
Αναλυτικότερα ο υπουργός έγραψε στο facebook:
“Τι μας έμαθε τελικά η κρίση χρέους;
Ας υποθέσουμε ότι έχουμε έναν υπερχρεωμένο δανειολήπτη που για πολλά χρόνια οι δουλειές του δεν πήγαιναν καλά με αποτέλεσμα να παίρνει νέα δάνεια για να εξυπηρετήσει τα παλιά και να καλύψει τρέχουσες ανάγκες της δουλειάς και του νοικοκυριού του.
Ο δανειολήπτης αυτός μετά από πολλές προσπάθειες και θυσίες έβαλε τα οικονομικά του σε τάξη. Κατάφερε, δηλαδή, τα τελευταία χρόνια τα έσοδα από τη δουλειά του να είναι περισσότερα από τα έξοδά του, ώστε να αυξάνει λελογισμένα τις δαπάνες του και ταυτόχρονα να αποταμιεύει και κάποια χρήματα.
Με βάση, όμως, τους όρους του δανείου του τα χρήματα των αποταμιεύσεών του δεν μπορεί να τα κάνει ο,τι θέλει.
Μπορεί είτε να τα «ρίξει» στην ταχύτερη εξόφληση του χρέους του είτε να τα αφήσει απλά να κάθονται στον τραπεζικό του λογαριασμό χωρίς κέρδος από κάποιο επιτόκιο.
Δεν μπορεί, δηλαδή, ενώ είναι δανεισμένος να αρχίσει πάλι να ξοδεύει σαν να μην υπάρχει αύριο, καθώς έτσι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι δαπάνες του να υπερβούν τα έσοδά του και να χρειαστεί να προσφύγει σε νέο δανεισμό ενώ είναι ήδη υπερχρεωμένος.
Τι θα έκανε, λοιπόν, ένας νοικοκύρης δανειολήπτης;
Θα άφηνε το πλεόνασμα των καταθέσεών του να κάθεται στην τράπεζα;
Ή θα το αξιοποιούσε ώστε να μειώσει ταχύτερα τα χρέη του και έτσι να πετύχει την οικονομική του ελευθερία γρηγορότερα; Η Ελλάδα κάνει ακριβώς αυτό.
Με βάση τους νέους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες που θέτουν αυστηρά όρια κρατικών δαπανών, κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ δεν μπορεί να αυξήσει τις κρατικές του δαπάνες πέραν του 3-3,5% ετησίως.
Αφού, λοιπόν, έχουμε κάνει αυτές τις αυξήσεις ετησίως σε υγεία, άμυνα, παιδεία, υποδομές, μισθούς και συντάξεις, αξιοποιούμε το πλεόνασμα που μας απομένει για να μειώσουμε ταχύτερα και τα χρέη μας.
Δηλαδή, εφαρμόζουμε μια υπεύθυνη οικονομική διαχείριση που δεν δημιουργεί ελλείμματα και ταυτόχρονα μεταφέρει λιγότερα χρέη στα παιδιά μας. Αποκτούμε, συνεπώς, περισσότερους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια.
Διότι όποιος χρωστάει λιγότερο είναι και πιο ελεύθερος να κάνει τις δικές του οικονομικές επιλογές υπέρ της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής.
Κι, όμως, είδαμε χθες ανακοινώσεις της αντιπολίτευσης που επιπλήττουν την κυβέρνηση για αυτή την αυτονόητη και υπεύθυνη επιλογή κατηγορώντας την ότι αυτή είναι μια αντιαναπτυξιακή πολιτική.
Τι μας λένε στην πραγματικότητα όσα κόμματα αντιδρούν στην ταχύτερη μείωση χρέους παρότι έχουν κυβερνήσει στα δύσκολα χρόνια της ελληνικής κρίσης χρέους;
Είτε ότι δεν γνωρίζουν τους νέους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες -που αν κληθούν να κυβερνήσουν θα είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν- είτε ότι τους γνωρίζουν και λένε πάλι ψέμματα για δαπάνες που αν γίνουν θα θέσουν τη χώρα ξανά σε επιτήρηση.
Και οι δύο εκδοχές μαρτυρούν τεράστια ανευθυνότητα.
Η κοινωνία που υπέφερε πολύ από άφρονες αντίστοιχες πολιτικές τα προηγούμενα χρόνια μας παρακολουθεί και μας κρίνει όλους.”
