Μια νέα επιστημονική μελέτη από το Griffith University της Αυστραλίας φέρνει στο φως έναν πρωτότυπο τρόπο «ανάγνωσης» των οστών που έχουν διατηρηθεί επί χιλιάδες χρόνια στον βυθό πλημμυρισμένων σπηλαίων, προσφέροντας πολύτιμα στοιχεία για το πώς κατέληξαν εκεί τα λείψανα εξαφανισμένης μεγαπανίδας (megafauna).
Το πρόβλημα που έλυσε η έρευνα
Τα υποβρύχια σπήλαια αποτελούν σπάνιο και πολύτιμο «παράθυρο» στο παρελθόν, καθώς τα οστά που βρίσκονται εκεί διατηρούνται συχνά σε εξαιρετική κατάσταση για δεκαετίες ή ακόμη και αιώνες. Μέχρι σήμερα, όμως, οι επιστήμονες δεν διέθεταν αξιόπιστα εργαλεία για να κατανοήσουν πώς και πότε τα λείψανα ζώων —συμπεριλαμβανομένων γιγάντιων ειδών που έχουν εξαφανιστεί— κατέληξαν σε αυτά τα βυθισμένα «νεκροταφεία».
Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής την υποψήφια διδάκτορα Meg Walker και υπό την εποπτεία του καθηγητή Julien Louys, διευθυντή του Αυστραλιανού Ερευνητικού Κέντρου για την Ανθρώπινη Εξέλιξη, μελέτησε οστά από δύο υποβρύχια συστήματα σπηλαίων στη Νότια Αυστραλία, κοντά στο Mount Gambier, γνωστά ως Engelbrechts Cave και Kilsby Sinkhole.
«Δακτυλικά αποτυπώματα» ανά περιβάλλον
Το βασικό εύρημα της μελέτης είναι ότι κάθε τύπος σπηλαιώδους περιβάλλοντος αφήνει το δικό του διακριτό «αποτύπωμα» πάνω στα οστά. Στις λεγόμενες «σκοτεινές ζώνες» των σπηλαίων, όπου το φως δεν φτάνει ποτέ και δεν αναπτύσσεται φυτική ζωή, τα οστά παρέμειναν εντυπωσιακά άθικτα. Αντίθετα, κοντά σε φωτεινές εισόδους, όπου αναπτύσσονται φύκια και άλλοι μικροοργανισμοί, τα οστά έφεραν ξεχωριστά χημικά και βιολογικά ίχνη. Τα ευρήματα, ενισχυμένα με ραδιοχρονολόγηση άνθρακα, επέτρεψαν στους ερευνητές να παρακολουθήσουν πώς οι σκελετοί συσσωρεύτηκαν και μεταβλήθηκαν μέσα σε δεκαετίες και αιώνες.
Για λόγους σύγκρισης, η ομάδα εξέτασε επίσης οστά από ξηρά σπήλαια στην ίδια περιοχή. Η διαφορά ήταν εντυπωσιακή: περίπου τα δύο τρίτα των οστών από τα υποβρύχια σπήλαια διατήρησαν το μεγαλύτερο μέρος της δομής τους, ενώ στα ξηρά σπήλαια το ποσοστό αυτό έπεφτε κάτω από το μισό — εκεί τα οστά είχαν υποστεί σημαντική φθορά από βακτήρια και ρίζες φυτών.
Γιατί έχει σημασία για τους «γίγαντες» του παρελθόντος
Η σημασία της μελέτης έγκειται στο ότι τα ίδια αυτά σπήλαια φιλοξενούν, δίπλα-δίπλα και χωρίς σαφή στρωματογραφική διάκριση ηλικίας, τόσο οστά σύγχρονων ζώων όσο και λείψανα εξαφανισμένης μεγαπανίδας — γιγάντιων ζώων που έζησαν στην Αυστραλία πριν από χιλιάδες χρόνια. Χάρη στο νέο πλαίσιο ανάλυσης, οι επιστήμονες μπορούν πλέον να διακρίνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια πώς και πότε κατέληξαν εκεί τα οστά αυτά, κάτι που ανοίγει νέο δρόμο για την κατανόηση του περιβάλλοντος στο οποίο έζησαν αυτά τα είδη, καθώς και των πιθανών αιτιών της εξαφάνισής τους.
Όπως σημειώνει η επικεφαλής ερευνήτρια, η σύνδεση των εξαφανισμένων ειδών μεγαπανίδας με το τοπικό τους περιβάλλον βοηθά στην απάντηση του ερωτήματος γιατί τελικά χάθηκαν.
Ένα εργαλείο για την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα
Η μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS ONE, περιγράφεται από τους συγγραφείς της ως το πρώτο συστηματικό πλαίσιο για την ερμηνεία του πώς σχηματίστηκαν, επιβίωσαν και μεταβλήθηκαν απολιθώματα μεγαπανίδας μέσα σε υποβρύχια σπήλαια. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η μέθοδος θα αποδειχθεί χρήσιμη για αρχαιολόγους και παλαιοντολόγους σε όλο τον κόσμο, προσφέροντας ένα νέο εργαλείο για την ανασύσταση παλαιότερων περιβαλλόντων και ιστοριών σε δύσκολα προσβάσιμες, υποβρύχιες τοποθεσίες.
Για την ανάκτηση του υλικού, η ερευνητική ομάδα συνεργάστηκε με ειδικευμένους δύτες της Cave Divers Association of Australia, οι οποίοι εξερεύνησαν ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά υπόγεια δίκτυα σπηλαίων στον κόσμο, στην περιοχή της Limestone Coast της Νότιας Αυστραλίας.
