Ανάμεσα στους ερευνητές που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην ιδέα της «μεταφοράς του νου» (mind uploading), ξεχωρίζει ο νευροεπιστήμονας Randal Koene. Η φιλοδοξία του δεν είναι απλώς ακαδημαϊκή: θέλει ο ίδιος, προσωπικά, να «ανεβάσει» κάποια στιγμή τον δικό του εγκέφαλο σε υπολογιστή. Η ιδέα του γεννήθηκε, όπως έχει περιγράψει, από παιδικό διάβασμα επιστημονικής φαντασίας — συγκεκριμένα, από το μυθιστόρημα του Arthur C. Clarke «The City and the Stars», όπου οι κάτοικοι μιας μακρινής πόλης είναι αθάνατοι. Ο Koene εργάζεται πάνω στην «ολική προσομοίωση εγκεφάλου» (whole brain emulation): τη χαρτογράφηση της δομής και της λειτουργίας ενός εγκεφάλου με τέτοια λεπτομέρεια, ώστε η δραστηριότητά του να μπορεί να αναπαραχθεί σε κώδικα.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι, αν κατορθωθεί να αντιγραφεί με ακρίβεια όλη η επεξεργασία πληροφορίας που συμβαίνει μέσα σε έναν εγκέφαλο — συμπεριλαμβανομένων των μηχανισμών που παράγουν συναισθήματα και αυτοσυνείδηση — τότε το αντίγραφο θα διαθέτει τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά, περιλαμβανομένης της αυτοεπίγνωσης. Πρόκειται για μια θέση βαθιά ριζωμένη στη λεγόμενη υπολογιστική θεωρία του νου, η οποία δεν γίνεται καθολικά αποδεκτή στην επιστημονική κοινότητα.
Η τεχνολογία πίσω από το όνειρο
Η βασική μέθοδος στην οποία στηρίζεται η ιδέα ονομάζεται «σάρωση και αντιγραφή»: η λεπτομερής χαρτογράφηση της δομής ενός διατηρημένου εγκεφάλου, συνήθως μέσω ηλεκτρονικής μικροσκοπίας, ώστε να παραχθούν τα δεδομένα που θα επέτρεπαν τη δημιουργία ενός λειτουργικού αντιγράφου του — του λεγόμενου «κοννεκτώματος» (connectome), δηλαδή του πλήρους χάρτη των συνδέσεων ανάμεσα στους νευρώνες.
Στον χώρο αυτό δραστηριοποιείται και η εταιρεία Nectome, που ιδρύθηκε από τον απόφοιτο του ΜΙΤ Robert McIntyre. Η μέθοδός της βασίζεται σε μια προηγμένη μορφή ταρίχευσης (aldehyde-stabilised cryopreservation), η οποία διατηρεί τον εγκέφαλο σε κατάσταση παρόμοια με γυαλί, με ορατές λεπτομέρειες ακόμη και σε επίπεδο μεμονωμένων συνάψεων. Το πρόβλημα —και η πηγή μεγάλης αντιπαράθεσης— είναι ότι η διαδικασία αυτή είναι, όπως περιγράφει η ίδια η εταιρεία, «100% θανατηφόρα»: ο εγκέφαλος πρέπει να συντηρηθεί όσο είναι ακόμη «φρέσκος», κάτι που προϋποθέτει τον θάνατο του ατόμου. Η Nectome είχε δημιουργήσει το 2018 λίστα αναμονής με προκαταβολή περίπου 10.000 δολαρίων για μελλοντική πρόσβαση στην υπηρεσία, ένα εγχείρημα που έγινε ευρέως γνωστό και προκάλεσε το ενδιαφέρον προσωπικοτήτων από τον χώρο της τεχνολογίας.
Το Πανεπιστήμιο ΜΙΤ, που είχε αρχικά συνεργαστεί με την Nectome, τερμάτισε τη συνεργασία το 2018, δηλώνοντας επίσημα ότι η νευροεπιστήμη δεν έχει προχωρήσει αρκετά ώστε να γνωρίζουμε αν οποιαδήποτε μέθοδος διατήρησης εγκεφάλου μπορεί να διαφυλάξει όλα τα βιομόρια που σχετίζονται με τη μνήμη και τον νου, ούτε αν είναι καν δυνατή η αναδημιουργία της συνείδησης ενός ανθρώπου.
Οι προβλέψεις και οι επενδυτές
Ο φουτουριστής και πρώην μηχανικός της Google, Ray Kurzweil, έχει προβλέψει επανειλημμένα ραγδαία πρόοδο στον τομέα, μιλώντας για την επίτευξη «τεχνολογικής μοναδικότητας» μέσα από την οποία η τεχνολογία θα βοηθήσει τους ανθρώπους να ζουν επ’ αόριστον. Ωστόσο, ορισμένες προηγούμενες προβλέψεις του για την υπολογιστική ισχύ φορητών υπολογιστών δεν επαληθεύτηκαν στο αναμενόμενο χρονοδιάγραμμα.
Ο νευροεπιστήμονας Kenneth Hayworth, από την πλευρά του, έχει εκτιμήσει ότι απέχουμε τουλάχιστον 50 χρόνια από την πρώτη επιτυχημένη μεταφορά ανθρώπινου νου, και σχεδόν έναν αιώνα από το να γίνει κάτι τέτοιο συνήθης πρακτική.
Οι τεχνικοί και επιστημονικοί φραγμοί
Παρά τη σημαντική πρόοδο σε συγγενείς τομείς —όπως η πλήρης χαρτογράφηση του νευρωνικού δικτύου της Δροσόφιλης (μύγας) με 140.000 νευρώνες, ή η βελτίωση των υπολογιστικών μεθόδων προσομοίωσης νευρωνικών δικτύων— οι ειδικοί επισημαίνουν πολλαπλά, ανοιχτά εμπόδια:
- Καμία σημερινή τεχνολογία δεν μπορεί να καταγράψει την εγκεφαλική δραστηριότητα ζωντανού ανθρώπινου ιστού με την ανάλυση που απαιτείται σε επίπεδο σύναψης.
- Η μοριακή σήμανση —η αναγνώριση τύπων νευροδιαβιβαστών και κατανομής υποδοχέων— δεν είναι κλιμακούμενη σε επίπεδο ολόκληρου εγκεφάλου.
- Οι υπολογιστικές απαιτήσεις για την προσομοίωση δικτύων στην κλίμακα του ανθρώπινου εγκεφάλου (περίπου 86 δισεκατομμύρια νευρώνες με τρισεκατομμύρια συνάψεις) υπερβαίνουν το σημερινό διαθέσιμο υλικό.
- Δεν υπάρχει κάποιο καθιερωμένο πρωτόκολλο για την επαλήθευση ότι μια προσομοίωση συμπεριφέρεται πράγματι όπως ένας βιολογικός εγκέφαλος.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις ερευνητών του πεδίου, ακόμη και σε αισιόδοξα σενάρια, η πλήρης προσομοίωση ανθρώπινου εγκεφάλου παραμένει 30 με 40 χρόνια μακριά — και όποιος υπόσχεται ψηφιακή αθανασία μέσα στην επόμενη δεκαετία είτε είναι παραπληροφορημένος είτε παραποιεί εν γνώσει του την επιστήμη.
Το φιλοσοφικό ερώτημα: Ποιος «ξυπνάει» στον υπολογιστή;
Πέρα από τα τεχνικά εμπόδια, η ιδέα της μεταφοράς του νου προσκρούει σε ένα βαθύτερο φιλοσοφικό πρόβλημα, γνωστό ως «πρόβλημα του αντιγράφου»: ακόμη και αν η διαδικασία λειτουργήσει τέλεια, το ψηφιακό αντίγραφο δεν είναι σαφές αν αποτελεί συνέχεια του αρχικού ατόμου ή απλώς ένα νέο, ξεχωριστό ον με τις ίδιες αναμνήσεις — ενώ το βιολογικό πρωτότυπο, ιδίως στην περίπτωση καταστροφικών μεθόδων σάρωσης όπως αυτή της Nectome, έχει ήδη πεθάνει. Ορισμένοι φιλόσοφοι θεωρούν μάλιστα ότι η όλη ιδέα της μεταφοράς νου είναι εννοιολογικά ασυνεπής.
Υπάρχει επίσης το λεγόμενο πρόβλημα του «φιλοσοφικού ζόμπι»: δεν υπάρχει τρόπος να διαπιστωθεί απ’ έξω αν μια ψηφιακή οντότητα που συμπεριφέρεται σαν να έχει συνείδηση πράγματι τη διαθέτει, ή απλώς την προσομοιώνει. Αν η συνείδηση εξαρτάται από φυσικές ιδιότητες που δεν αναπαράγονται σε μια κλασική ψηφιακή προσομοίωση, τότε ακόμη κι ένα τέλειο αντίγραφο της δομής του εγκεφάλου θα μπορούσε να «λειτουργεί» χωρίς να «βιώνει» τίποτα.
Ένα όνειρο που παραμένει μακρινό
Η ιδέα της ψηφιακής αθανασίας συνεχίζει να προσελκύει επενδυτές, ερευνητές και υποστηρικτές, ακριβώς επειδή θίγει ένα από τα πιο βαθιά ανθρώπινα ερωτήματα: τι θα σήμαινε η επιβίωση πέρα από τον θάνατο του σώματος. Ταυτόχρονα, όμως, η επιστημονική κοινότητα παραμένει έντονα διχασμένη, τόσο ως προς τη σκοπιμότητα όσο και ως προς την ηθική διάσταση του εγχειρήματος — ιδίως όταν η ίδια η διαδικασία διατήρησης προϋποθέτει τον θάνατο.
Ο Randal Koene και άλλοι ερευνητές του πεδίου παραμένουν πεπεισμένοι ότι πρόκειται για μηχανικό, όχι μεταφυσικό, πρόβλημα, το οποίο κάποτε θα λυθεί. Οι επικριτές τους, όμως — μεταξύ αυτών και το ίδιο το ΜΙΤ — τονίζουν ότι η σημερινή νευροεπιστήμη απέχει πολύ από το να μπορεί να επιβεβαιώσει αν κάτι τέτοιο είναι καν εφικτό.
