Η Σπαρτιάτισσα μητέρα που αποχαιρέτησε τον γιο της με μία φράση που έμεινε αιώνια

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

26 Ιουλίου 2026

«Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς»

Ανάμεσα στις πιο διάσημες ρήσεις της αρχαιότητας, λίγες έχουν διατηρήσει τη δύναμή τους μέσα στους αιώνες όσο η φράση που φέρεται να απηύθυνε μια Σπαρτιάτισσα μητέρα στον γιο της, καθώς εκείνος αναχωρούσε για τη μάχη: «Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς» — «ή με αυτήν, ή πάνω σε αυτήν», εννοώντας την ασπίδα του.

Το νόημα είναι ξεκάθαρο και σκληρό: γύρνα νικητής, κρατώντας την ασπίδα σου ψηλά, ή γύρνα νεκρός, κουβαλημένος πάνω σε αυτήν από τους συντρόφους σου. Ό,τι δεν επιτρεπόταν σε καμία περίπτωση ήταν η επιστροφή χωρίς ασπίδα — γιατί αυτό σήμαινε ότι ο πολεμιστής την είχε πετάξει για να τρέξει να σωθεί, εγκαταλείποντας τη θέση του στη φάλαγγα και εκθέτοντας τους δίπλα του.

Η προέλευση της φράσης

Η ρήση δεν προέρχεται από κάποιο σύγχρονο μύθο, αλλά έχει τις ρίζες της στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Καταγράφεται στα «Λακαινών Αποφθέγματα» (Λακωνικά Αποφθέγματα Γυναικών) του Πλούταρχου, μια συλλογή σύντομων, πυκνών ρήσεων που αποδίδονται σε Σπαρτιάτισσες γυναίκες και μητέρες. Στο κείμενο αυτό καταγράφονται δεκάδες παρόμοιες φράσεις, όλες με το ίδιο πνεύμα: την απόλυτη προτεραιότητα της τιμής και του καθήκοντος απέναντι στην πόλη, ακόμη και έναντι της ίδιας της ζωής του παιδιού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Πλούταρχος έγραψε πολλούς αιώνες μετά την ακμή της κλασικής Σπάρτης, γι’ αυτό και οι ιστορικοί αντιμετωπίζουν τα «Αποφθέγματα» περισσότερο ως έκφραση του σπαρτιατικού ιδεώδους —όπως αυτό είχε διαμορφωθεί στη συλλογική μνήμη και στην παράδοση— παρά ως κατά λέξη ιστορικά ντοκουμέντα συγκεκριμένων προσώπων. Η φράση, δηλαδή, μπορεί να μην ειπώθηκε ποτέ κυριολεκτικά από μία συγκεκριμένη γυναίκα σε μία συγκεκριμένη στιγμή, αλλά αποτυπώνει με μεγάλη ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο η Σπάρτη ήθελε να βλέπει τον εαυτό της.

Γιατί ειπώθηκε στα… λακωνικά-τσακώνικα;

Η φράση έχει διασωθεί στη δωρική/λακωνική διάλεκτο, όχι στην αττική ελληνική που είναι πιο γνωστή σε εμάς. Σύμφωνα με γλωσσολογικές αναλύσεις, τα «τάν» και «τάς» αντιστοιχούν στα άρθρα «την» και «της» της νεοελληνικής, μορφές που έχουν διατηρηθεί ως τις μέρες μας στην τσακωνική διάλεκτο, τον μοναδικό ζωντανό απόγονο της αρχαίας δωρικής. Αυτό δίνει στη ρήση μια επιπλέον αυθεντικότητα: δεν είναι απλώς ένα νόημα μεταφρασμένο, αλλά μια φράση που ηχεί ακόμη σχεδόν όπως ακουγόταν στην αρχαία Λακωνία.

Η ασπίδα ως σύμβολο τιμής

Για να κατανοήσει κανείς το βάρος της φράσης, πρέπει να θυμηθεί τον ρόλο της ασπίδας (ἀσπίς) στον αρχαίο ελληνικό οπλιτικό πόλεμο. Σε αντίθεση με το κράνος ή τον θώρακα, που προστάτευαν μόνο τον φέροντά τους, η μεγάλη κυκλική ασπίδα κάλυπτε ταυτόχρονα και τον διπλανό πολεμιστή στη φάλαγγα. Το να την εγκαταλείψει κανείς δεν ήταν απλώς ατομική δειλία· ήταν προδοσία απέναντι σε ολόκληρη τη μονάδα, αφού άφηνε εκτεθειμένο τον σύντροφο δίπλα του. Γι’ αυτό και, σε αντίθεση με άλλα όπλα, η απώλεια της ασπίδας θεωρούνταν στη Σπάρτη το πιο ατιμωτικό ενδεχόμενο για έναν πολεμιστή — χειρότερο ακόμη κι από τον θάνατο.

Η αγωγή πίσω από τη φράση

Η ρήση δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό συγκίνησης, αλλά αντανακλούσε ολόκληρο το σύστημα της σπαρτιατικής αγωγής, την περίφημη «ἀγωγή». Από πολύ νωρίς, τα αγόρια απομακρύνονταν από την οικογενειακή θαλπωρή και μεγάλωναν σε ομάδες, με στόχο να γίνουν πολεμιστές αφοσιωμένοι στην πόλη-κράτος περισσότερο παρά στον εαυτό τους ή ακόμη και στη δική τους οικογένεια. Οι μητέρες, μακριά από το να είναι απλώς θρηνούσες φιγούρες, παρουσιάζονται στην παράδοση ως ενεργές συνδιαμορφώτριες αυτού του ήθους — γυναίκες που δίδασκαν στα παιδιά τους ότι η τιμή της πόλης προηγείται της ατομικής επιβίωσης.

Μια φράση με τη δική της μεταγενέστερη ζωή

Η ρήση «ή τάν ή επί τάς» έχει περάσει στη νεότερη ελληνική —αλλά και διεθνή— πολιτισμική συνείδηση ως σύμβολο αυταπάρνησης, θάρρους και αδιαπραγμάτευτης αφοσίωσης σε ένα ιδανικό. Χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα σε σχολικά εγχειρίδια, σε λογοτεχνικά κείμενα, σε ομιλίες και σε στιγμές που κάποιος θέλει να τονίσει την έννοια της θυσίας χωρίς υποχωρήσεις. Παραμένει, μαζί με το «Μολών λαβέ» του Λεωνίδα, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες λακωνικές ρήσεις που έχουν φτάσει ως τις μέρες μας.