Η ελληνική Αριστερά περνά αυτές τις μέρες τη βαθύτερη ανακατάταξή της εδώ και μια δεκαετία. Ο Αλέξης Τσίπρας έχει ήδη ιδρύσει το δικό του κόμμα, ο ΣΥΡΙΖΑ αδειάζει βουλευτή τη βουλευτή, και ο Παύλος Πολάκης —αφού για μήνες φαινόταν έτοιμος να διεκδικήσει την ηγεσία του κόμματος— απέσυρε την υποψηφιότητά του μόλις χθες, μια μέρα πριν την κρίσιμη ψηφοφορία της Κεντρικής Επιτροπής.
Δύο διαφορετικά σχέδια για την Αριστερά
Ο Τσίπρας δεν επιχειρεί απλώς μια «ανανέωση» του παλιού ΣΥΡΙΖΑ· επιχειρεί κάτι πιο ριζικό. Το νέο του κόμμα, η «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη» (ΕΛΑΣ), παρουσιάστηκε στο Θησείο στα τέλη Μαΐου με ρητή πρόθεση να ξεπεράσει «τα στενά όρια ενός παραδοσιακού κομματικού σχηματισμού». Γύρω του έχει συγκεντρώσει περίπου 50 νέα στελέχη πρώτης γραμμής —νομικούς, ανθρώπους του πολιτισμού, νεότερης γενιάς πρόσωπα άγνωστα ως τώρα στο ευρύ κοινό— και επενδύει σε ψηφιακά εργαλεία συμμετοχής, online διαβουλεύσεις και κομματικά δημοψηφίσματα. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια συνειδητή απόπειρα επανεκκίνησης: να αφήσει πίσω το βεβαρημένο παρελθόν —μνημόνια, εσωκομματικές συγκρούσεις, την εικόνα κόπωσης που είχε αποκτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ— και να χτίσει κάτι νέο γύρω από το δικό του πρόσωπο, με πιο κεντρώο, εκσυγχρονιστικό λόγο.
Ο Πολάκης αντιτίθεται ακριβώς σε αυτή τη λογική της «μηδενικής βάσης». Στην ανακοίνωση με την οποία απέσυρε την υποψηφιότητά του, δεν παραδέχτηκε ήττα ιδεολογική· αντίθετα, υπερασπίστηκε ρητά το έργο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ 2015-2019 και επέμεινε ότι σε όλη του την πορεία λειτούργησε με γνώμονα την ευθύνη απέναντι στην παράταξη. Καταλόγισε στην απερχόμενη ηγεσία Φάμελλου μια «ανεξήγητη» και «αλλοπρόσαλλη» στροφή: την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Ιουνίου να στηρίξει το κόμμα του Τσίπρα — ένα κόμμα, όπως σημείωσε, που δεν είχε καν δημοσιοποιήσει τις προγραμματικές του θέσεις. Χαρακτήρισε την κίνηση αυτή «μοναδική στην παγκόσμια πολιτική ιστορία» και την απέδωσε την ταχεία δημοσκοπική κατάρρευση του κόμματος. Το μήνυμά του είναι ξεκάθαρο: δεν πρόκειται να ακολουθήσει μια διαδικασία διάλυσης του ΣΥΡΙΖΑ προς όφελος ενός νέου φορέα, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο θα ήταν προδοσία των ίδιων των εσωκομματικών διαδικασιών και της βάσης που τον ανέδειξε.
Γιατί απέσυρε την υποψηφιότητα
Η απόσυρση δεν ερμηνεύεται μονοσήμαντα ως υποχώρηση. Ο ίδιος ο Πολάκης θύμισε ότι τον Νοέμβριο του 2024, έχοντας λάβει σχεδόν 44% στις εσωκομματικές εκλογές για την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, είχε αρνηθεί να «σύρει τον κόσμο» σε δεύτερο γύρο — μια επιλογή που παρουσιάζει ως συνέπεια, όχι αδυναμία. Ορισμένα δημοσιεύματα εκτιμούν ότι υποχωρεί τώρα προκειμένου να διεκδικήσει την ηγεσία «σε δεύτερο χρόνο», με πιο διευρυμένη νομιμοποίηση, παρά να ρισκάρει μια εσωκομματική διαδικασία που θεωρεί προβληματική εν μέσω της μαζικής αιμορραγίας του κόμματος.
Γιατί «αιμορραγία» είναι η μόνο ακριβής λέξη για ό,τι συμβαίνει: μέσα σε λίγες μέρες, βουλευτές όπως οι Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος, Χάρης Μαμουλάκης, Μαρίνα Κοντοτόλη, Πόπη Τσαπανίδου, Κώστας Μπάρκας, Καλλιόπη Βέττα, Όλγα Γεροβασίλη, Διονύσης Καλαματιανός και Μιλτιάδης Ζαμπάρας ανεξαρτητοποιήθηκαν διαδοχικά, ρίχνοντας την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ σε μόλις μία χούφτα βουλευτές — από τους σχεδόν 30 πριν λίγους μήνες. Οι ανεξάρτητοι βουλευτές στη Βουλή έχουν πλέον φτάσει τους 46. Πρόκειται για την ταχύτερη διάλυση κοινοβουλευτικής ομάδας στη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας.
Δύο διαφορετικές ιδέες για το τι σημαίνει «σταθερότητα»
Ο Τσίπρας πουλάει, ουσιαστικά, μια αφήγηση ανανέωσης: νέα πρόσωπα, ψηφιακή δημοκρατία, απεξάρτηση από τα «παλιά» βάρη που —κατά τη δική του ανάγνωση— κράτησαν το κόμμα δέσμιο εσωκομματικών αγκυλώσεων και το οδήγησαν στη σταδιακή φθορά. Είναι μια στοίχημα φρεσκάδας που απευθύνεται σε ένα ακροατήριο κουρασμένο από τις παλιές αντιπαραθέσεις.
Ο Πολάκης, αντίθετα, χτίζει την ταυτότητά του πάνω στη συνέχεια και τη σταθερότητα αρχών: δεν διεκδικεί τον ρόλο του «γκρεμιστή» ενός κόμματος αλλά, στη δική του αφήγηση, τον ρόλο εκείνου που αρνείται να το εγκαταλείψει ή να δεχτεί τη διάλυσή του χωρίς αντίσταση. Το ύφος του —απευθείας, χωρίς διπλωματικά φίλτρα, με χιλιάδες αντιδράσεις σε κάθε ανάρτησή του— παραμένει το πιο αναγνωρίσιμο εμπορικό σήμα της ελληνικής Αριστεράς, ακόμα κι όταν διχάζει. Οι υποστηρικτές του το διαβάζουν ως εντιμότητα και προσήλωση σε αξίες· οι επικριτές του ως αντίσταση στην αναγκαία ανανέωση. Και οι δύο αναγνώσεις έχουν επιχειρήματα, και το επόμενο διάστημα —με την ψηφοφορία της Κεντρικής Επιτροπής να εκκρεμεί και τις δημοσκοπήσεις να «κλείνουν» έως τον Σεπτέμβριο— θα δείξει ποια θα επικρατήσει στη συνείδηση της κομματικής βάσης.
Το επόμενο βήμα
Παρά την απόσυρση, τίποτα δεν δείχνει ότι ο Πολάκης αποχωρεί από το προσκήνιο. Αντίθετα, σύμφωνα με δημοσιεύματα, οι εναπομείναντες βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ετοιμάζονται να ξεκινήσουν τις διαδικασίες για την επίσημη επιστροφή του στις τάξεις της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Το ερώτημα δεν είναι πια αν θα παραμείνει κεντρικό πρόσωπο της Αριστεράς, αλλά με ποια μορφή: ως ηγέτης ενός μικρότερου αλλά πιο συνεκτικού ΣΥΡΙΖΑ, ή ως φωνή αντίστασης απέναντι σε ένα νέο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται γύρω από τον Τσίπρα. Και για έναν χώρο που πολλοί έσπευσαν να θεωρήσουν εξαντλημένο, το γεγονός ότι ακόμη παράγει τόσο έντονες μάχες για την ταυτότητά του είναι, με τον τρόπο του, σημάδι ότι η συζήτηση για το μέλλον της ελληνικής Αριστεράς μένει ανοιχτή.
Το παρόν αποτελεί άρθρο γνώμης και πολιτικής ανάλυσης. Οι αξιολογήσεις και οι εκτιμήσεις εκφράζουν τον συντάκτη.

