Τον Ιανουάριο του 1962, σε ένα οικοτροφείο θηλέων στην Τανζανία (τότε Τανγκανίκα), τρία κορίτσια ξέσπασαν σε ανεξέλεγκτα γέλια. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, το «κρούσμα» είχε εξαπλωθεί σε εκατοντάδες μαθήτριες, με επεισόδια που κρατούσαν από λίγα λεπτά έως και μέρες, αναγκάζοντας τελικά το σχολείο να κλείσει. Το φαινόμενο μεταδόθηκε σε γειτονικές κοινότητες και επέμεινε για έξι ολόκληρους μήνες. Δεν υπήρχε κανένα αστείο πίσω από αυτό — μόνο γέλιο που γεννούσε γέλιο, σαν ιό.
Η ιστορία αυτή, τόσο περίεργη που μοιάζει αστικός μύθος, είναι ένα από τα αγαπημένα παραδείγματα του νευροβιολόγου Robert Provine, ο οποίος πέρασε δεκαετίες παρατηρώντας ανθρώπους να γελούν σε πεζοδρόμια, εμπορικά κέντρα και καθημερινές συζητήσεις — και κατέληξε σε ένα συμπέρασμα που ανατρέπει σχεδόν όλα όσα νομίζουμε ότι ξέρουμε για το γέλιο.
Το μοντέλο του stand-up comedy είναι λάθος
Η διαισθητική εικόνα που έχουμε όλοι είναι απλή: κάποιος λέει κάτι αστείο, εμείς γελάμε. Ο Provine, όμως, κατέγραψε συστηματικά χιλιάδες περιστατικά αυθόρμητου γέλιου σε πραγματικές κοινωνικές συνθήκες, και διαπίστωσε ότι το μοτίβο αυτό είναι σχεδόν αντίστροφο από αυτό που περιμέναμε. Στο δείγμα του, λιγότερο από το 20% του γέλιου ήταν απάντηση σε κάτι που έμοιαζε έστω και μακρινά με οργανωμένη προσπάθεια χιούμορ, όπως ένα ανέκδοτο ή μια ιστορία. Το μεγαλύτερο μέρος του γέλιου ξεσπούσε ύστερα από εντελώς ανώδυνες, μη αστείες προτάσεις — φράσεις όπως «κατάλαβα τι εννοείς» ή «άσε κάτω αυτά τα τσιγάρα» προκαλούσαν γέλιο πολύ πιο συχνά από πραγματικά αστεία σχόλια.
Το συμπέρασμα του Provine ήταν ότι το χιούμορ δεν είναι, τελικά, το ζητούμενο· το ζητούμενο είναι η ίδια η κοινωνική σχέση. Το γέλιο λειτουργεί κυρίως ως ηχηρό σήμα αμοιβαίας συμπάθειας και ευεξίας ανάμεσα σε ανθρώπους, όχι ως κριτική αποτίμηση ενός αστείου. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι σχεδόν κανείς δεν μπορεί να γαργαλήσει τον εαυτό του αποτελεσματικά — το γαργάλημα, υποστηρίζει ο Provine, είναι πιθανότατα το αρχέγονο πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίστηκε το γέλιο, ένα παιχνιδιάρικο πρότυπο αλληλεπίδρασης που στον άνθρωπο απέκτησε πολύ πλατύτερο νόημα.
Γιατί «κολλάει» το γέλιο
Το ίδιο το γέλιο, όπως έδειξε μεταγενέστερη έρευνα που συνέχισε στα χνάρια του Provine, έχει ισχυρή μολυσματικότητα — και μάλιστα όχι με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς. Σε πειράματα όπου συμμετέχοντες άκουγαν διαφορετικά είδη γέλιου (αυθεντικό, ψεύτικο/πλαστό, γέλιο φίλου ή αγνώστου), το γέλιο που «κολλούσε» περισσότερο δεν ήταν απαραίτητα το πιο γνήσιο. Η μεταδοτικότητα εμφάνιζε ένα καμπυλόγραμμο μοτίβο: ήταν εξίσου υψηλή τόσο στο εντελώς πλαστό, επιτηδευμένο γέλιο όσο και στο απόλυτα αυθεντικό — με τα ενδιάμεσα, πιο «ψεύτικα αλλά όχι υπερβολικά» γέλια, να μολύνουν λιγότερο. Ακουστικές αναλύσεις έδειξαν ότι όσο πιο έντονα ηχούσε ένα γέλιο ως δείγμα φυσιολογικής διέγερσης, τόσο πιο μολυσματικό γινόταν.
Αυτό εξηγεί, μεταξύ άλλων, γιατί δύο σχολιαστές που ξεσπούν σε ανεξέλεγκτο γέλιο on air —όπως η διάσημη περίπτωση του κρίκετ στο BBC το 1991, όπου ένα αθώο σχόλιο οδήγησε δύο εκφωνητές σε λεπτά ασυγκράτητου γέλιου— σταματούν σύντομα να γελούν επειδή κάτι ήταν αντικειμενικά αστείο, και συνεχίζουν να γελούν απλώς επειδή γελάει ο ένας τον άλλον. Το ίδιο μηχανισμό επικαλείται και η εξήγηση του «κύματος» γέλιου στην Τανζανία του 1962: το γέλιο δεν χρειάζεται περιεχόμενο για να εξαπλωθεί — αρκεί η έκθεση σε άλλο γέλιο.
Ακόμη και οι αρουραίοι γελάνε όταν τους γαργαλάς
Το πιο ασυνήθιστο —και πιο δύσπιστα υποδεχθέν— κεφάλαιο της επιστήμης του γέλιου ανήκει στον νευροεπιστήμονα Jaak Panksepp. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο Panksepp και ο συνεργάτης του Jeffrey Burgdorf ανακάλυψαν ότι οι αρουραίοι εκπέμπουν μια συγκεκριμένη υπερηχητική κραυγή στα 50 kHz —εντελώς ανίχνευτη από το ανθρώπινο αυτί χωρίς ειδικό εξοπλισμό— όταν παίζουν μεταξύ τους ή όταν τους γαργαλάει ο ερευνητής. Η κραυγή αυτή διέφερε σαφώς από τις κραυγές δυσφορίας ή κινδύνου, εμφανιζόταν πολύ πιο συχνά σε νεαρά ζώα, και έμοιαζε λειτουργικά με μια μορφή πρωτόγονου γέλιου.
Η ανακάλυψη προκάλεσε αντιδράσεις στην επιστημονική κοινότητα — πολλοί ερευνητές θεωρούσαν επικίνδυνη ανθρωπομορφική υπερβολή να μιλάει κανείς για «γέλιο» σε τρωκτικά. Ο ίδιος ο Panksepp προτιμούσε τον πιο συντηρητικό όρο «υπερηχητικές φωνοποιήσεις που προκαλούνται από παιχνίδι», αναγνωρίζοντας τόσο την ομοιότητα όσο και τα όρια της σύγκρισης ανάμεσα σε είδη. Ωστόσο, μεταγενέστερες μελέτες πήγαν ένα βήμα παραπέρα: σε πείραμα που δημοσιεύτηκε στο PLOS ONE, οι αρουραίοι που «γελούσαν» περισσότερο όταν τους γαργαλούσαν έδειχναν στη συνέχεια πιο αισιόδοξη συμπεριφορά σε ένα τεστ γνωστικής προκατάληψης — δηλαδή ερμήνευαν ένα διφορούμενο ερέθισμα με πιο θετικό τρόπο, ακριβώς όπως θα έκανε ένας άνθρωπος σε καλή διάθεση. Τα ζώα που δεν «γελούσαν» με το γαργάλημα δεν έδειχναν την ίδια αισιοδοξία.
Το εύρημα αυτό δεν αποδεικνύει ότι ένας αρουραίος «βρίσκει κάτι αστείο» με την ανθρώπινη έννοια, αλλά δείχνει κάτι ίσως πιο θεμελιώδες: ότι η νευρωνική βάση της χαράς και του παιχνιδιού είναι πολύ πιο αρχαία από τη γλώσσα, το χιούμορ ή ακόμη και τον ίδιο τον άνθρωπο, και μοιράζεται —σε κάποιο βαθμό— σε είδη που μας χωρίζουν εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης.
Τι μας λέει, τελικά, όλο αυτό
Αν βάλουμε δίπλα-δίπλα τα τρία αυτά ευρήματα, το γέλιο παύει να μοιάζει με απλή αντίδραση σε κάτι αστείο και αποκτά μια πολύ πιο σύνθετη ταυτότητα:
- Είναι πρωτίστως ένα κοινωνικό σήμα — δηλώνει σχέση, όχι κρίση περί χιούμορ.
- Είναι μολυσματικό με τρόπο που δεν εξαρτάται καν από την αυθεντικότητά του, γι’ αυτό και μπορεί να εξαπλωθεί σαν επιδημία χωρίς κανένα «περιεχόμενο».
- Έχει, πιθανότατα, βαθιές βιολογικές ρίζες πολύ πριν εμφανιστεί το χιούμορ όπως το εννοούμε, αφού ίχνη του εντοπίζονται ακόμη και σε ζώα που παίζουν και γαργαλιούνται.
Το γέλιο, με άλλα λόγια, δεν είναι ανταμοιβή για ένα καλό αστείο. Είναι, πρώτα απ’ όλα, ένας τρόπος να πούμε σε κάποιον άλλον «είμαστε καλά, εδώ, μαζί» — και τυχαίνει να είναι τόσο ισχυρός που εξαπλώνεται μόνος του, χωρίς να χρειάζεται καν λόγο.
